29 Μαΐου 1453: « Ἡ Πόλις ἑάλω»
της Ειρήνης Γεωργοπούλου
28/05/2019
Θρῆνος, κλαυμός καί ὀδυρμός καί στεναγμός καί λύπη,
θλίψις ἀπαραμύθητος ἔπεσεν τοῖς Ρωμαίοις.
Ἐχάσασιν τό σπίτιν τους, τήν Πόλην τήν ἁγία,
τό θάρρος καί τό καύχημα καί τήν ἀπαντοχήν τους.
Τις τό ‘πεν; Τίς τό μήνυσε; Πότε ‘λθεν τό μαντάτο;
Καράβιν ἐκατέβαινε στά μέρη τῆς Τενέδου
καί κάτεργον τό ὑπάντησε, στέκει καί ἀναρωτᾶ το:
-«Καράβιν, πόθεν ἒρκεσαι καί πόθεν κατεβαίνεις;»
-«Ἒρκομαι ἀκ τ’ ἀνάθεμα κ’ ἐκ τό βαρύν τό σκότος,
ἀκ τήν ἀστραποχάλαζην, ἀκ τήν ἀνεμοζάλην·
ἀπέ τήν Πόλην ἒρχομαι τήν ἀστραποκαμένην.
Ἐγώ γομάριν δέ βαστῶ, ἀμμέ μαντάτα φέρνω
κακά διά τούς χριστιανούς, πικρά καί δολωμένα:
Οἱ Τοῦρκοι ὃτε ἤρθασιν, ἐπήρασιν τήν Πόλην,
ἀπώλεσαν τούς χριστιανούς ἐκεῖ καί πανταχόθεν».
[….]
Απόσπασμα από το ανώνυμο θρηνητικό στιχούργημα, Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης
Η έντονη συγκίνηση που προκαλούσε πάντοτε στον Ελληνισμό, η αποφράδα ημέρα της 29ης Μαΐου 1453, ημέρα της Αλώσεως της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς, εκφράστηκε σε δημοτικά θρηνητικά τραγούδια αλλά και σε ιστορικά ποιήματα προσωπικής δημιουργίας. Σ’ αυτά αποτυπώνονταν όλη η οδύνη και η θλίψη της λαϊκής ψυχής, και συγχρόνως, η ελπίδα για την ανάκτηση της Αυτοκρατορίας.
Ο 11ος και ο 12ος αι. ήταν δύο αιώνες καθοριστικής σημασίας για την πορεία και το μέλλον της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η ήττα του βυζαντινού στρατού στο Μαντζικέρτ της Αρμενίας το 1071 άνοιξε διάπλατα στους Σελτζούκους Τούρκους τις πύλες της Μικράς Ασίας, από την οποία, οι ίδιοι και τα μετέπειτα τουρκικά φύλα, δεν επρόκειτο πια να εκδιωχθούν. Όταν οι Φράγκοι σταυροφόροι κατακτούσαν την Κωνσταντινούπολη, το 1204, ολοκλήρωναν τη λατινική κυριαρχία στη βυζαντινή επικράτεια, η οποία είχε ξεκινήσει με διάφορους τρόπους (νορμανδικές κατακτήσεις, οικονομική διείσδυση των ιταλικών πόλεων, σταυροφορίες), από τον 11ο και 12ο αι. Η ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης, το 1261 από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο, συνέπεσε με την άνοδο στον αυτοκρατορικό θρόνο της δυναστείας των Παλαιολόγων (1261-1453). Τους επόμενους αιώνες και ενώ η αυτοκρατορία ταλανίζονταν από τις εμφύλιες συγκρούσεις και τις δυναστικές έριδες των Παλαιολόγων, καθώς και τις θρησκευτικές διαμάχες μεταξύ «Ενωτικών» και «Ανθενωτικών», οι Οθωμανοί Τούρκοι κατακτούσαν με ραγδαίο ρυθμό τα εδάφη της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Οι Παλαιολόγοι για να αντιμετωπίσουν τον οθωμανικό κίνδυνο στράφηκαν στις συμμαχίες με τα άλλα βαλκανικά κράτη και στην προσέγγιση της Δύσης μέσω της Ένωσης των δύο Εκκλησιών. Λίγο πριν από την πτώση της, η άλλοτε κραταιά Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν ήταν παρά η σκιά του εαυτού της, περιορισμένη εδαφικά στην Κωνσταντινούπολη και στην ενδοχώρα της.
Στις 31 Οκτωβρίου 1448, τη χρονιά της δεύτερης μεγάλης ήττας των χριστιανικών δυνάμεων στο Κοσσυφοπέδιο, πέθανε ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ και στο θρόνο τον διαδέχτηκε ο αδερφός του Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, ο οποίος ως τότε ήταν δεσπότης του Μορέως. Τρία χρόνια αργότερα, στις 13 Φεβρουαρίου 1451 πέθανε και ο σουλτάνος Μουράτ Β΄, τον οποίο διαδέχθηκε ο δεκαεννιάχρονος γιος του, Μωάμεθ Β΄. Στην αρχή ο Μωάμεθ Β΄ στάθηκε συγκαταβατικός απέναντι στις χριστιανικές δυνάμεις αλλά και προς το Βυζάντιο. Μία άστοχη, όμως, κίνηση των Βυζαντινών να αμφισβητήσουν το διάδοχο του τουρκικού θρόνου μέσω του πρίγκιπα Ορχάν απέβη μοιραία. Το γεγονός αυτό στάθηκε αφορμή, ώστε ο Μωάμεθ να θέσει σε εφαρμογή τα σχέδιά του για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, στα οποία εντάσσεται και η κατασκευή φρουρίου στο στενότερο σημείο του Βοσπόρου, τους τελευταίους μήνες του 1452. Υπό την πίεση των περιστάσεων, ο Κωνσταντίνος στράφηκε και πάλι προς τη Δύση και τον πάπα για να ζητήσει βοήθεια. Ο πάπας έθεσε για άλλη μία φορά το εκκλησιαστικό θέμα, και ο Κωνσταντίνος οργάνωσε επίσημη τελετή στην Κωνσταντινούπολη, το Δεκέμβριο του 1452, για την κήρυξη της Ένωσης των δύο Εκκλησιών που είχε αποφασιστεί στη σύνοδο της Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439). Ο λαός, ωστόσο, που ήταν αντίθετος στην Ένωση των Εκκλησιών αντέδρασε και συγκεντρώθηκε στη λειτουργία των ανθενωτικών ιερέων. Επικεφαλής της ανθενωτικής παράταξης ήταν ο Γεώργιος Σχολάριος Γεννάδιος, ο πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση. Τα αντιλατινικά αισθήματα του λαού πήγαζαν, όχι μόνο εξαιτίας των δογματικών διαφορών, αλλά και των δεινών που είχαν υποστεί οι Βυζαντινοί από τους Λατίνους μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από αυτούς, το 1204. Επίσης, αντιδρούσαν στην οικονομική διείσδυση των λατινικών κρατών εξαιτίας της οποίας οι κάτοικοι της αυτοκρατορίας είχαν περιέλθει σε δεινή οικονομική κατάσταση.

Στις 5 Απριλίου 1453 οι οθωμανικές δυνάμεις έφθασαν έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης και απέκλεισαν την πόλη από την ξηρά και τη θάλασσα. Η Βασιλεύουσα περιβαλλόταν από ξηράς με διπλό τείχος και τάφρο. Η είσοδος του Κεράτιου κόλπου φράσσονταν με ένα πλωτό φράγμα που αποτελείτο από μία βαριά αλυσίδα με πλωτήρες. Ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν άνισος. Οι Οθωμανοί μπροστά στα τείχη της Κωνσταντινούπολης παρέταξαν έναν πολυπληθέστατο και άριστα οργανωμένο και εξοπλισμένο στρατό (150000). Αντίθετα η άμυνα της πόλης στηρίζονταν σε έναν ολιγάριθμο στρατό που αποτελούνταν από 5000 βυζαντινούς και 2000 μισθοφόρους αλλοεθνείς, ενισχυμένος και από 700 Γενουάτες, υπό τη διοίκηση του Giustiniani. Επιπλέον, τα πυροβόλα όπλα χρησιμοποιήθηκαν από τους Τούρκους κατά κόρον, ώστε σύμφωνα με τα λόγια ενός Βυζαντινού: «τα κανόνια έκριναν τα πάντα». Ο Μωάμεθ για να θέσει υπό τον έλεγχό του τον Κεράτιο, με τη βοήθεια ενός Ιταλού μηχανικού κατασκεύασε δίολκο, και τα χαράματα της 22ας Απριλίου έσυρε 70 πλοία από το Βόσπορο προς τον Κεράτιο. Οι κάτοικοι της Κωνσταντινούπολης έβλεπαν, πλέον, τον κλοιό να σφίγγει απελπιστικά γύρω τους.
Οι πρώτες ημέρες του Μαΐου κύλησαν ήρεμα με τους αμυνόμενους να σημειώνουν επιτυχίες μέχρι τη 18η Μαΐου. Ο Μωάμεθ αντιλαμβανόμενος ότι η πολιορκία δύσκολα θα μπορούσε να συνεχιστεί, προτείνει στους Βυζαντινούς την ειρηνική επίλυση της, με την προϋπόθεση της καταβολής από μέρους τους ετήσιου φόρου 100000 χρυσών νομισμάτων ή την εγκατάλειψη της πόλης. Οι διαπραγματεύσεις, που πιθανότατα πραγματοποιήθηκαν στις 25 Μαΐου, κατέληξαν σε αδιέξοδο.
Την Κυριακή 27 Μαΐου, ο σουλτάνος, αφού επιθεώρησε το στράτευμά του, τους ανακοίνωσε την επικείμενη έφοδο της 29ης Μαΐου, καθώς και ότι μετά την άλωση της Πόλης θα επιτρεπόταν τριήμερη λεηλασία. Την ίδια μέρα στην Κωνσταντινούπολη έχοντας, πλέον, συναίσθηση ότι η ώρα της επίθεσης πλησιάζει, πραγματοποιήθηκε λιτανεία επάνω στα τείχη με συμμετοχή Ελλήνων και Λατίνων. Ο Κωνσταντίνος ζήτησε από όλους να πολεμήσουν με ανδρεία, υψηλό φρόνημα και πίστη στη νίκη. Είχε φτάσει η ώρα του υπέρτατου αγώνα για την πατρίδα, την πίστη, την οικογένεια και τον ηγεμόνα τους. Το βράδυ πραγματοποιήθηκε στην Αγία Σοφία δέηση για τη σωτηρία της Πόλης.

Η τελική επίθεση των Οθωμανών έγινε στις 1:30 το πρωί της Τρίτης 29 Μαΐου. Οι γενναίοι υπερασπιστές της πόλης απέκρουσαν με επιτυχία τα πρώτα κύματα της επίθεσης. Στο τελικό κύμα εφόδου συμμετείχαν οι επίλεκτες μονάδες του οθωμανικού στρατού, οι γενίτσαροι, οι οποίοι και αυτοί αντιμετωπίζονταν με σθένος από τους καταπονημένους υπερασπιστές του Μεσοτειχίου επί μία ώρα. Η μοίρα, όμως, τότε θέλησε να πει την τελευταία της κουβέντα. Η Κερκόπορτα ήταν μία μικρή πύλη στο σημείο όπου το διπλό Θεοδοσιανό τείχος ενωνόταν με το νεότερο τείχος της συνοικίας των Βλαχερνών. Φαίνεται ότι είχε ξεχαστεί ανοικτή και κάποιοι Τούρκοι πέρασαν από εκεί στο εσωτερικό των τειχών και ορισμένοι, μάλιστα, κατόρθωσαν να αναρριχηθούν στους κοντινούς πύργους και να αντικαταστήσουν τα βυζαντινά λάβαρα με τούρκικα. Στη θέα αυτή, επικράτησε σύγχυση ανάμεσα στους υπερασπιστές που άρχισαν να πανικοβάλλονται και να φωνάζουν: «ἑάλω ἡ Πόλις». Λίγα μέτρα πιο πέρα, ένα κομμάτι βλήματος χτυπούσε τον Giustiniani τραυματίζοντάς τον σοβαρά στο θώρακα. Ο Κωνσταντίνος, μπροστά στην κρισιμότητα των στιγμών, του ζήτησε να μην εγκαταλείψει τη θέση του. Εκείνος, όμως, πονώντας αφόρητα επέμεινε στην απόφασή του. Πολλοί στρατιώτες του έσπευσαν να τον ακολουθήσουν. Η φυγή τους, όμως, αποδυνάμωσε την άμυνα. Ο Giustiniani πέθανε λίγες ημέρες αργότερα στη Χίο, όπου είχε μεταφερθεί. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος βλέποντας την ασταμάτητη διείσδυση των Τούρκων στην Πόλη, πέταξε τα αυτοκρατορικά εμβλήματα και όρμησε μέσα στο πλήθος των εχθρών. Μαζί του ήταν και οι πιστοί συμπολεμιστές του, ο ξάδερφος του Θεόφιλος Παλαιολόγος, ο Ιωάννης Δαλμάτης και πιθανότατα, ένας Ισπανός ευγενής, ο δον Φρανσίσκο ντε Τολέδο. Όλοι τους χάθηκαν. Οι ιστορικές πηγές αναφέρουν διάφορες εκδοχές για την τύχη του τελευταίου αυτοκράτορα, γεγονός που πυροδότησε και τους θρύλους γύρω από το πρόσωπό του. Η τελευταία εστία αντίστασης στην Πόλη έσβησε το απόγευμα της 29ης Μαΐου, όταν ο σουλτάνος επέτρεψε στους Κρητικούς ναύτες που πολεμούσαν όλη την ημέρα, στους τρεις πύργους του Κεράτιου αρνούμενοι να παραδοθούν, να φύγουν ανενόχλητοι μαζί με τα πλοία και τα υπάρχοντά τους. Μαζί με την τελευταία εστία αντίστασης έσβησε και η βασιλίδα των πόλεων, το πολιτικό και πολιτιστικό κέντρο του μεσαιωνικού κόσμου, και μαζί της η χιλιόχρονη και πλέον πορεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
Βιβλιογραφία
Νικολούδης, Ν., «Οι ύστατοι Παλαιολόγοι: Ιωάννης Η΄ και Κωνσταντίνος ΙΑ΄», στο Δ. Ανθούλλης – Ν. Νικολούδης κ.ά., Ιστορία των Ελλήνων, τ. Ζ΄: Υστεροβυζαντινοί Χρόνοι, Δομή, Αθήνα 2006, σσ. 330-367.
http://www.fhw.gr/chronos/10/gr/p/pb1.html

Πηγές προέλευσης των εικόνων
https://en.wikipedia.org/wiki/Fall_of_Constantinople
http://www.antinews.gr/action.read/antimagazine/olibie-ntelorm-h-alosi-tis-konstantinoupolis-i-ellada-kai-i-sugxroni-europi/6.123956

Μια σκέψη στο “«Ἡ Πόλις ἑάλω» Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.