Της Ειρήνη Γεωργοπούλου

14/04/2019

Το Παλέ Γκαρνιέ (Palais Garnier) είναι ένα από τα πιο διάσημα και επιβλητικά  κτίρια στο Παρίσι. Θεωρείται ένα από τα σύμβολα του Παρισιού. Αποκαλείται και όπερα Γκαρνιέ (Opéra Garnier) και ιστορικά είναι γνωστό ως Όπερα του Παρισιού (Opéra de Paris). Η ανέγερση του κτιρίου ξεκίνησε το 1861 για να ολοκληρωθεί το 1875, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Σ. Γκαρνιέ (Charles Garnier, 1825-1898). Πρόκειται για ένα κτίριο που το χαρακτηρίζει αυτοκρατορικό μεγαλείο. Ο ίδιος ο αρχιτέκτονας αποκάλεσε το αρχιτεκτονικό στιλ του κτιρίου, όταν ρωτήθηκε για αυτό από την αυτοκράτειρα Ευγενία, σύζυγο του Ναπολέοντα Γ΄, «στιλ Ναπολεόν Τρουά (Ναπολέοντος Γ΄)».

Οι τεράστιες ανακατατάξεις που προκάλεσαν στην Ευρώπη του 19ου αιώνα η  Γαλλική και η Βιομηχανική Επανάσταση δημιούργησαν νέα πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα. Βιομηχανική παραγωγή και εμπόριο οδήγησαν σε νέα κατανομή του κέρδους και στην αστικοποίηση της κοινωνίας. Η τέχνη απευθυνόταν πλέον σε ένα νέο και ευρύτερο κοινό. Ένα κοινό που αναζητούσε την έκφρασή του σε μία τέχνη που συγχρόνως θα ικανοποιούσε και τις κοινωνικές του επιδιώξεις.

Οι τέχνες «σμίγουν» και εκφράζουν αυτά τα νέα δεδομένα. Κατασκευάζονται κτίρια που στολίζονται με γλυπτά και με πλούσιο ζωγραφικό διάκοσμο.

Ανεγείρονται θέατρα, μουσεία, και γενικότερα στις πόλεις δημιουργούνται χώροι, οι οποίοι προορίζονται για να ικανοποιήσουν τις απαιτήσεις της οικονομικά ισχυρής πλέον αστικής τάξης.

Η όπερα ήταν ένα από τα αγαπημένα είδη μουσικής της «καλής κοινωνίας» της εποχής. Την περίοδο αυτή εμπλουτίζεται με περισσότερες χορωδίες, πολυπληθείς σκηνές και εντυπωσιακά σκηνικά και κοστούμια. Όλο αυτό το πολύπλοκο θέαμα απαιτούσε και ένα κτίριο που να μπορεί να αντεπεξέλθει στις νέες αυτές τεχνολογικές απαιτήσεις. Ένα τέτοιο κτίριο σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Charles Garnier. Το κτίριο συνδυάζει στοιχεία από την ελληνική κλασική αρχιτεκτονική με την απελευθερωμένη έμπνευση του καλλιτέχνη. Η συμμετρία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της κάτοψης και των όψεων του κτιρίου.

Διαθέτει πλούσια εξωτερική διακόσμηση που αποτελείται από περίτεχνες, πολύχρωμες μαρμάρινες ζωφόρους, κολόνες και αγάλματα. Πολλά από αυτά απεικονίζουν θεότητες της ελληνικής μυθολογίας. Δύο επιχρυσωμένα συμπλέγματα γλυπτών, η Αρμονία (Harmony) και η Ποίηση (Poetry) κοσμούν τις κορυφές των δύο γωνιακών τμημάτων της πρόσοψης. Συμπλέγματα γλυπτών βρίσκονται, επίσης, στο κάτω μέρος των τμημάτων αυτών. Ανάμεσα στις κολόνες της πρόσοψης του θεάτρου απεικονίζονται επιχρυσωμένες προτομές συνθετών, όπως του Ροσίνι, του Μπετόβεν, του Μότσαρτ κ.ά., και στους πλευρικούς τοίχους, οι προτομές των λιμπρετίστων Eugène Scribe και Philippe Quinault. Μπρούτζινα συμπλέγματα γλυπτών τοποθετούνται και στο κεντρικό τμήμα της οροφής του κτιρίου.

Το κτίριο είχε αρκετές εισόδους με διαφορετική σκοπιμότητα η καθεμία ενώ ο αυτοκράτορας είχε ξεχωριστή ράμπα ανόδου για την άμαξά του, η οποία περιέβαλλε μία ροτόντα στην πλαϊνή όψη του κτιρίου.

Το εσωτερικό του κτιρίου αποπνέει μία μεγαλοπρέπεια. Στην είσοδο δεσπόζει η εντυπωσιακή μαρμάρινη σκάλα, στην οποία κανένα σκαλί δεν είναι όμοιο με τα άλλα.  Εμπνευσμένη από τη σκάλα του Βίκτορ Λουί στο θέατρο του Μπορντώ (1773-1780) δίνει την αίσθηση της κίνησης και δημιουργεί μία ατμόσφαιρα ευδαιμονίας  στο θεατή. Η οροφή πάνω από τη σκάλα είναι ζωγραφισμένη από τον Isidore Pils και απεικονίζει μυθολογικά και μουσικά θέματα.

 

Η σκάλα οδηγεί σ’ ένα μεγάλο και πολυτελές φουαγιέ, εμπνευσμένο από τα βασιλικά ανάκτορα, που ανταποκρινόταν στις κοινωνικές ανάγκες της εποχής. Στο φουαγιέ υπήρχαν κίονες διακοσμημένοι με γλυπτικές παραστάσεις. Υπήρχαν, ωστόσο, και καθρέπτες για να φτιάχνουν οι «κυρίες» της εποχής τις τουαλέτες τους. Τη διακόσμηση του φουαγιέ συμπλήρωνε ο ζωγραφικός διάκοσμος του ταβανιού. Φιλοτεχνημένος από τον Paul Boutry με σκηνές από διάφορες στιγμές της ιστορίας της μουσικής. Το κεντρικό ορθογώνιο τμήμα έχει ως θέμα του τη μουσική ενώ το οβάλ δυτικό τμήμα την κωμωδία.

Η κύρια αίθουσα του θεάτρου αποτελείται από ένα καμπυλόμορφο αμφιθέατρο που διαθέτει 1979 βελούδινα καθίσματα ενώ το φως διοχετεύεται από έναν κρυστάλλινο πολυέλαιο βάρους 7 τόνων, που κρέμεται στο κέντρο της οροφής, σχεδιασμένος από τον Γκαρνιέ.

Η περιοχή της οροφής που περιβάλλει τον πολυέλαιο αρχικά ζωγραφίστηκε από τον Jules Eu­gène Lenepveu (1819-1898). Το σχέδιο της ζωγραφικής ήταν εμπνευσμένο από το κλασικό έργο «οι μούσες και οι ώρες της μέρας και της νύχτας». Το 1964, ωστόσο, ο ρώσος ζωγράφος Marc Chagall ζωγραφίζει εκ νέου την οροφή, σε μία μορφή που διατηρείται ακόμη και σήμερα. Στην οροφή αυτή απεικονίζονται κλασικά έργα μπαλέτου και όπερας 14 συνθετών. Η αρχική οροφή δεν καταστράφηκε, αφού το έργο του Chagall τοποθετήθηκε από πάνω σε αποσπώμενα ταμπλό. Σύμφωνα με τον Watkin «Ο Γκαρνιέ θεωρούσε την όπερα ως τελετουργική ενσάρκωση των πιο πρωτόγονων ενστίκτων του ανθρώπου, μία ιεροτελεστική σύναξη για την από κοινού μέθεξη σε όνειρα και φαντασίες. Οι θεατές ήταν εκεί όχι μόνο για να δουν αλλά και να τους δουν». Αναμφίβολα το πέτυχε. Αρχιτεκτονική, ζωγραφική και γλυπτική συναντήθηκαν σε μία μεγαλοπρεπή και καθηλωτική παράσταση για το θεατή.

 

Το 1982, ο Φρανσουά Μιτεράν θεωρώντας ότι το κτίριο του Palais Garnier είναι ανεπαρκές, αποφασίζει την κατασκευή μίας νέας σύγχρονης όπερας στο Παρίσι. Το 1989, η Opéra Bastille άνοιξε τις πύλες της στην περιοχή της Βαστίλης. Το 1990, το Palais Garnier και η Όπερα της Βαστίλης συγχωνεύονται και υπό την επωνυμία Opéra National de Paris αποτελούν την Όπερα του Παρισιού. Κάθε χρόνο η Όπερα παρουσιάζει πολλές παραστάσεις, κυρίως όπερας στο σύγχρονο θέατρο Opéra Bastille και μπαλέτα και μερικές κλασικές όπερες στο Palais Garnier.

Αν κάποιος βρεθεί στο Παρίσι αξίζει, νομίζω, να επισκεφτεί το αρχιτεκτονικό αυτό στολίδι και να παρακολουθήσει μία παράσταση. Θα αποζημιωθεί μετέχοντας στο θάμπος και στο μεγαλείο, στο όνειρο και τη φαντασία, όπως δήλωνε και ο Γκαρνιέ. Και ίσως να συναντήσει και το φάντασμα της Όπερας, ο θρύλος του οποίου τροφοδότησε τη φαντασία του Gaston Leroux, ο οποίος πίστευε ακράδαντα ότι το φάντασμα ήταν υπαρκτό πρόσωπο.

Βιβλιογραφία

Πετρίδου, Β.- Ζιρώ, Ό., Τέχνε καιΑρχιτεκτονι ΑνΚάλλιπος, Πάτρα 2015.

Watkin, D., Ιστορίατης Δυτικ Αρχιτεκτονιμτφρ. Κώστας Κουρεμένος,  Μ.Ι.Ε.Τ., Αθήνα 22007.

ArchINFORM: https://eng.archinform.net/projekte/663.htm (Paris Opera).

Ευχαριστούμε για το φωτογραφικό υλικό την Aphrodite Dedous

5 Σκέψεις στο “Όταν οι τέχνες «σμίγουν»: Η Όπερα του Παρισιού”

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.