Γράφει ο Θοδωρής Σαμαράς

Έπιασα ένα παγκάκι στο Σύνταγμα. Η ώρα ήταν ήδη περασμένη. Ὀ,τι πρέπει σκέφτηκα. Το πούλμαν μόλις μάς είχε ξεβράσει. Είχαμε μόλις χαρεί μιάν ακόμη τραγωδία στην Επίδαυρο. Επίδαυρος. Ω, ναί! Ελληνικό φεστιβάλ. Ιδρώτας, αεράκι, χειροκρότημα. Ανησυχίες. Μαντάμ, θα σάς κλωτσήσω. Κάντε λίγο παραπέρα. Με το καπέλο της να δώ τί θα κάνω. Τά ‘τσουξα πριν από την παράσταση. Ένας θεός ξέρει τί θα δούμε πάλι απόψε…

Ωστόσο το παγκάκι ήταν άδειο. Μετὠκησα. Ποιός αναβαίνει τώρα στα εκείθεν προάστια. Καλά είναι κι εδώ. Το συντριβάνι άλλωστε ήταν κλειστό. Επιτέλους, εδέησε ο δήμαρχος να σεβαστεί την ησυχία των εγκαταβιούντων εδωδά πολιτών. Κι έτσι μπορούσα να κλείσω για λίγο τα βλέφαρα. Να ησυχάσω, βρε αδερφέ! Κατάκοπος από τον κλιματισμό του πούλμαν. Εδώ νιώθεις… Θεός! Κάτω απ’ τ’ άστρα της πρωτεύουσας.

Ξάπλωσα σε ένα παγκάκι, όλο δικό μου. Παραπέρα άλλοι συγκάτοικοι, από ετών. Ο καθένας το δικό του παγκάκι. Το συντριβάνι μόνο, αυτό με έσωσε. Άλλοτε, στο παλαιό πολυόροφο πανδοχείο της σινιόρας Χαρίκλειας στον Τάραντα, πλάι στο μεγάλο το γιοφύρι της Κάτω Πόλης, είδα και έπαθα να κλείσω μάτι από το συντριβάνι που γοργοχτυπούσε τα νερά πάλι και πάλι κάτ’ απ’ τα παράθυρα, χαμηλά κι όλο ψηλά πεταγόταν το νερό στην στρόγγυλη πλατειούλα της υποδοχής. Piazza Fontana; Νομίζω. Τί άλλο; Δεν ενθυμούμαι. Η σινιόρα μόνο με θυμόταν από διετίας. Το άρωμά σου, μού είπε! Αχ!

Επιτέλους κοιμήθηκα. Τυλιγμένος στην αγκάλη μου. Εγώ αυτός. Ο Μορφέας ήρθε αρματηλάτης στεφανηφόρος αγιόκλημα, μες στα σκουπίδια του άστεως, ενόσω αναλογιζόμουν τα χορικά της παράστασης. Άλλοτε άφηναν ανεξίτηλο το σημάδι της σκηνοθεσίας, σήμερα δεν πολυνοιάζονται οι νεόκοποι σκηνοθέτες. Κατέστρεψαν το πιο ιερό κομμάτι της παράστασης. Την σωματούμενη φωνή του ενός χορού από στήθη να βγαίνει πολλὠν. Από στήθη πολλἀ μία μόνο έβγαινε φωνή ρυθμικά και συγκλόνιζε τα δικά μας στήθη. Ήταν το χορικό. Όλος ο χορός μαζί ανέβαζε μία μελωδική φωνή. Αυτό μόνον εψέλιζες κι εσύ στον μακρύ τον δρόμο της επιστροφής. Σήμερα τίποτα. Ούτε που το κατάλαβες σήμερα το χορικό. Ποιό χορικό; Το ανάμειξε κι αυτό στα χαλάσματα, απόνερα μιας εποχής, ούτε που το κατάλαβες. Σού ‘φυγε μαζί κι όλο που είχες άλλοτε εκείνο το βιός. Μόνο το παγκάκι εκράτησες. Μες στη νυχτιά με ελάχιστο έως καθόλου βιός, ό,τι ακόμη γυρεύω. Ένα παγκάκι το χορικό. Ο ίδιος.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό, Το Κοινόν των Ωραίων Τεχνών (τ.3, Ιούνιος 2018).