Το politismos.online σας παρουσιάζει απόσπασμα από τη μελέτη του Τεό Λαζάρου, που αφορά τη σχέση του έργου Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου με τους 4 διασωθέντες Επιταφίους από την αρχαιότητα. Ο Τεό Λαζάρου, είναι μέλος του Μουσικού Συνόλου Ρωμιοσύνη, Μουσικός (Κοντραμπασίστας) της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της ΕΡΤ, ιδρυτικό μέλος της λαϊκής ορχήστρας Μίκης Θεοδωράκης και επί χρόνια, στενός συνεργάτης του ίδιου του συνθέτη. Σκοπός της μελέτης είναι η συμβολή της στην πολιτισμική μας μνήμη.
Καλή ανάγνωση.

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η καταγωγή του Επιταφίου λόγου.
O λόγος αυτός κατάγεται από το παλαιότατο έθιμο του θρήνου των συγγενών. Οι θρήνοι αυτοί έμοιαζαν κάπως, µε τα νεώτερα μοιρολόγια. Ήταν επιτάφιοι λόγοι, που κατά την Ελληνική Αρχαιότητα, κατά κανόνα, εκφωνούνταν στον ενταφιασμό των νεκρών. Ήταν τιμές προς τους νεκρούς.
Διεσώθησαν πέντε επιτάφιοι.
Ο Επιτάφιος του Περικλέους, ο Επιτάφιος του Λυσίου, ο Επιτάφιος του Δημοσθένη, ο Επιτάφιος του Υπερείδη και ο Επιτάφιος του Μενεξένου.

Όσον αφορά στην ποίηση, έχουμε και εδώ 5 επιτάφιους.

1. Επιτάφιος του ΒΙΩΝΟΣ για τον Άδωνη.

Εδώ ποιητικά έχουμε τον πρώτο επιτάφιο από τους πέντε που έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα.

Ως Αδώνια ή Αδωνίδια, ήταν γνωστοί και οι θρήνοι που ψάλλονταν για τον Άδωνη
Μετάφραση
Τον Άδωνη θρηνολογώ, τον όμορφο που εχάθη,
«πάει, χάθηκεν ο Άδωνης» οι Έρωτες θρηνούνε.
Στα πορφυρά σου Κύπριδα να μην ξαναπλαγιάσεις,
βάλε τα μαύρα σου, καλή, και να στηθοκοπιέσαι,
σύρε φωνή, ο Άδωνης χάθηκεν, ο καλός σου.

2. Επιτάφιος του ΣΕΙΚΙΛΟΥ.

ΟΣΟΝ ΖΕΙΣ ΦΑΙΝΟΥ
ΜΗΔΕΝ ΟΛΩΣ ΛΥΠΟΥ
ΠΡΟΣ ΟΛΙΓΟΝ ΕΣΤΙ ΤΟ ΖΗΝ
ΤΟ ΤΕΛΟΣ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΑΠΑΙΤΕΙ
Μετάφραση
(“Όσο ζεις, να λάμπεις
Μη λυπάσαι καθόλου
Η ζωή είναι σύντομη
Ο χρόνος οδηγεί στο τέλος”)

3. Επιτάφιος από το πρώτο στάσιμο του Ευριπίδη.
Εδώ ο χορός απευθύνεται στον Ορέστη, λέγοντάς του:

Κατολοφύρομαι κατολοφύρομαι
Ματέρος αἷμα σᾶς, ὅ σ’ ἀναβακχεύει,
ὁ μέγας ὄλβος οὐ µόνιμος ἐν βροτοῖς,
ἀνά δὲ λαῖφος ὥς τις ἀκάτου θοᾶς
τινάξας δαίμων κατέκλυσεν,
δεινῶν πόνων ὡς πόντου
λάβροις ὀλεθρίοισιν ἐν κύμασιν.
Μετάφραση
Θρηνώ και οδύρομαι
για το αίµα της µητέρας που απαιτεί εκδίκηση.
Η µεγάλη ευτυχία των ανθρώπων δεν είναι μόνιμη και αταλάντευτη
γιατί είναι ανάδελφη και μοιάζει µε ταλαντευόμενη βάρκα
που κάποιος θεός τη γέµισε µε δυστυχία
και την άφησε να
κλυδωνίζεται στα µανιασμένα κύματα της αφρισμένης θάλασσας.

4. Ο Επιτάφιος θρήνος της Μεγάλης Εβδομάδας.

Αγνώστου ποιητή, ο οποίος ψάλλεται τη Μεγάλη Παρασκευή.

“Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον,
πού έδυ σου το κάλλος;
“Ω φώς των όφΘαλμών μου, γλυκύτατόν
μου Τέκνον, πώς τάφω νυν καλύπτη;

Μετάφραση
Ώ άνοιξη γλυκιά μου, γλυκύτατο παιδί μου,
που κρύφτηκε ή ομορφιά σου;
Ω φως των ματιών μου, γλυκύτατο παιδί μου,
πώς ο τάφος τώρα σε σκεπάζει;

5. Επιτάφιος του Γιάννη Ρίτσου.
Γράφτηκε µε αφορμή τα γεγονότα του Μάη του 1936. Είναι ο Θρήνος της μάνας για το αδικοσκοτωμένο, χαμένο παιδί της.
«Γιε µου, Σπλάχνο, το σπλάχνο µου».
«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω / άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω / Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις / άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης….»
Διαβάζοντας τα συγκεκριμένα αποσπάσματα των επιταφίων διαπιστώνουμε την συσχέτισή τους με τον επιτάφιο του Ρίτσου. Μέσα στον επιτάφιο του Ρίτσου συναντάς και τους προηγούμενους τέσσερις.
Στη συνέχεια το ιστορικό πλαίσιο της δημιουργίας του «Επιταφίου» από τον Γιάννη Ρίτσο.

ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Η μάνα του Τάσου Τούση θρηνεί πάνω από τον σκοτωμένο γιο της, στην Εγνατία οδό. Η φωτογραφία αυτή ενέπνευσε τον «Επιτάφιο» στον ποιητή Γιάννη Ρίτσο.

Πρωτομαγιά του ’36 οι απεργιακοί αγώνες πολλών εργατικών κλάδων στη Θεσσαλονίκη, που ξεκίνησαν το Μάρτη, κλιμακώνονται την Πρωτομαγιά, με πανεργατική απεργία διαρκείας και παλλαϊκά συλλαλητήρια του λαού της Θεσσαλονίκης, τα οποία συνεχίζονται και τις επόμενες μέρες. Θορυβημένοι από τον παλλαϊκό ξεσηκωμό οι εκμεταλλευτές των εργατών και η κυβέρνηση διατάσσουν τη Χωροφυλακή να στήσει, στις 8 του Μάη, πολυβολεία σ’ όλη την πόλη. Στις 9 του Μάη, η Χωροφυλακή χτυπάει στο ψαχνό τους απεργούς. Ο πρώτος νεκρός ήταν ο Τάσος Τούσης. Οι σύντροφοί του ξηλώνουν μια πόρτα και τοποθετούν πάνω της τη σορό του νεκρού. Η μάνα του Τάσου Τούση, που ήταν στη διαδήλωση, για να προφυλάξει την, επίσης, απεργό κόρη της, βλέπει το νεκρό γιο της, τρέχει, γονατίζει και οδύρεται πάνω από τη σορό του. Κάποιος περνά και φωτογραφίζει τη συνταρακτική εικόνα. Στις 10 του Μάη η φωτογραφία αυτή δημοσιεύεται στο «Ριζοσπάστη».
Την ίδια μέρα, ο Γιάννης Ρίτσος βλέπει στο «Ρ» τη φωτογραφία και συγκλονίζεται. Η καρδιά του φλέγεται και τα φυματικά πνευμόνια του αιμορραγούν, αλλά η πένα του άγρυπνη ένα μερόνυχτο, σταλάζει στο χαρτί, λέξη τη λέξη, με δεκατέσσερα ποιήματα, το θρήνο της μάνας του δολοφονημένου εργάτη. Στις 11 Μάη ο ποιητής,συνεργάτης του «Ρ» από το 1932στέλνει με τον σύντροφό του Ευθύφρονα Ηλιάδη, τρία από τα δεκατέσσερα θρηνικά ποιήματά του. Στις 12 Μάη ο «Ρ» δημοσιεύει τα τρία ποιήματα, με γενικό τίτλο «Μοιρολόι».

Στις 8/6/1936, μαζί με άλλες εκδόσεις του «Ρ», κυκλοφορεί σε 10.000 αντίτυπα και ο «Επιτάφιος»(Τραγούδια για το μακελειό της Θεσσαλονίκης). Το εξώφυλλο του βιβλίου εικονογραφήθηκε με ξυλογραφία του χαράκτη Λυδάκη.

Σε ελάχιστο διάστημα από το «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο» πουλήθηκαν 9.750 αντίτυπα του «Επιταφίου». Λόγω της μεγάλης ζήτησης, ο «Ρ» ετοίμαζε και δεύτερη έκδοση του βιβλίου. Δεν πρόλαβε, όμως. Τα όργανα της μεταξικής δικτατορίας, κατέσπευσανκαι άρπαξαν από το «Λαϊκό Βιβλιοπωλείο» τα 250 απούλητα αντίτυπα. Τα απούλητα αντίτυπα και όσα αντίτυπα εντοπίστηκαν σε σπίτια διωκόμενων κομμουνιστών, μαζί με άλλα βιβλία που απαγόρευσε η μεταξική δικτατορία, κάηκαν από τα όργανά της μπροστά στους Στύλους του Ολυμπίου Διός.
Ούτε όμως η πυρά, ούτε οι μακρόχρονες απάνθρωπες διώξεις των κομμουνιστών, των αγωνιστών της ελληνικής εργατιάς, από ντόπιους και ξένους φασίστες κατακτητές και «συμμάχους» μπόρεσαν να εξαφανίσουν αυτόν τον αριστουργηματικό θρήνο και αίνο μαζί για τους αγώνες και τις θυσίες της εργατιάς. Όσο κι αν προσπάθησαν οι εχθροί της εργατιάς να ξεστρατίσουν την Πρωτομαγιά της, να σβηστεί η μνήμη των ηρώων της και να χαθεί και η μνημείωσή τους με τον «Επιτάφιο», δεν τα κατάφεραν, όπως τραγουδά και ο ποιητής διά στόματος της μάνας του Τάσου Τούση: «Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες, μέσα στις φλέβες μου είσαι. Γιε μου στις φλέβες ολουνών, έμπα βαθιά και ζήσε».

Ο Ρίτσος συνέθεσε αυτό το κορυφαίο έργο της Νεοελληνικής ποίησης και ο Μίκης Θεοδωράκης το μελοποίησε.
Εμείς είμαστε τυχεροί που έχουμε αυτή την πολιτιστική κληρονομιά με τις πιο βαθιές ρίζες στο λόγο και στο τραγούδι.
Στα βίντεο που ακολουθούν θα παρακολουθήσετε κάποια αποσπάσματα από τα έργα Ρωμιοσύνη και Επιτάφιος του Ρίτσου εκτελεσμένα από το Μουσικό Σύνολο Ρωμιοσύνη.
«Μπήκαν στα σίδερα» . Ρωμιοσύνη Γ. Ρίτσος. Τραγούδι: Νίκος Μποφίλιος
https://www.facebook.com/1415278242035205/videos/170276667674342
«Γλυκέ μου εσύ δε χάθηκες.» Επιτάφιος Γ. Ρίτσος. Τραγούδι: Σταύρος Ξένος.
https://www.facebook.com/1415278242035205/videos/2973127479399575

Έρευνα του Τεό Λαζάρου.
09/05/2020
Μουσικό Σύνολο Ρωμιοσύνη.

Το politismos.online ευχαριστεί θερμά τον Τεό Λαζάρου, για την παραχώρηση της δημοσίευσης και ευελπιστεί, μελλοντικά, να φιλοξενήσει στις σελίδες του ολόκληρη τη μελέτη.

Σύνταξη-επιμέλεια κειμένου

Γκιούρη Πολυξένη.