Της Ειρήνης Γεωργοπούλου

20/06/2019

Σε αντίθεση με τις σύγχρονες κοινωνίες, στο πλαίσιο των οποίων η θρησκεία έχει αποκοπεί από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, η αρχαία ελληνική κοινωνία είχε μία διαφορετική πρόσληψη και αντίληψη του θείου που είχε εισχωρήσει σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής των αρχαίων Ελλήνων. Η θρησκεία τους ήταν πολυθεϊστική και περιλάμβανε πολλές θεότητες με ξεχωριστή προσωπικότητα και με ανθρώπινη μορφή και συμπεριφορά. Οι θεοί δεν ήταν έξω από τον κόσμο τους (ο δικός μας Θεός είναι υπερβατικός), δεν είχαν δημιουργήσει τον κόσμο αλλά και αυτοί οι ίδιοι ήταν δημιουργήματα. Δεν ήταν αιώνιοι αλλά αθάνατοι. Δεν ήταν παντογνώστες και παντοδύναμοι, είχαν όμως κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες που τις μοιράζονταν μεταξύ τους και εμπλέκονταν διαρκώς στις υποθέσεις των ανθρώπων. Η αρχαία ελληνική θρησκεία δεν βασιζόταν σε κάποιο δόγμα και η λατρεία των θεών δεν γίνονταν σε εσωτερικούς χώρους, όπως σήμερα στην Εκκλησία. Ήταν τελετουργική και βασίζονταν στην τήρηση μιας σειράς ιεροτελεστιών. Ήταν μία λατρεία υπαίθρια με σαφή αναφορά στις δυνάμεις της φύσεως και με κύριο συστατικό, από ένα σημείο και έπειτα, την τέλεση των θυσιών. Τελούσαν θυσίες προκειμένου να επικαλεστούν τη βοήθεια του θεού ή να αποτρέψουν την οργή του ώστε να αποφύγουν μία επικείμενη συμφορά.

Ας «περπατήσουμε», όμως, στους τόπους λατρείας των αρχαίων Ελλήνων για να τους γνωρίσουμε. Γιατί τα κληροδοτήματά τους βρίσκουν το νόημα και την αξία τους μόνο όταν κατανοήσουμε τι σήμαιναν για εκείνους. Ας ακολουθήσουμε τα βήματά τους, ακολουθώντας συγχρόνως τις διαδρομές της σκέψης τους, τα συναισθήματα, τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις και δοξασίες, μετέχοντας στη λατρευτική τους εμπειρία ώστε να κατανοήσουμε τη σημαντικότατη θέση που κατείχε η θρησκεία στο σύστημα των αξιών τους. Για τους αρχαίους Έλληνες κάθε τόπος που παρουσίαζε ένα ιερό χαρακτήρα μπορούσε να μετατραπεί σε ιερό. Ιερό χαρακτήρα σε μία τοποθεσία μπορούσε να προσδώσει η επιβλητικότητα του τοπίου, η παρουσία ενός τάφου ή οποιουδήποτε άλλου στοιχείου εκδήλωσης του θείου (βράχοι, πηγές κ.ά.). Η ίδρυση ενός ιερού μπορεί να συνδέεται με την ανάγκη μίας πόλης να δημιουργήσει έναν ιερό χώρο φύλαξης και απόδοσης λατρευτικών τιμών, στο άγαλμα της πολιούχου θεότητας αλλά και άλλων λατρευτικών αγαλμάτων διαφορετικών θεοτήτων, αλλά και στην εκπλήρωση της ιερής υποχρέωσης ενός τάματος ή μίας εντολής ενός πολίτη. Κάποια από αυτά παρουσίαζαν χαρακτηριστικά τυπικού αρχαίου ελληνικού ιερού, όσον αφορά στη χωροθέτηση, την αρχιτεκτονική τους μορφή, αλλά και τις λατρευτικές εκδηλώσεις τους και κάποια άλλα ιδιόμορφα. Τα ιερά βρίσκονταν διάσπαρτα σε όλη την επικράτεια μίας πόλης, τόσο στην ύπαιθρο χώρα όσο και σε αστικές περιοχές. Τα εξωαστικά ιερά ιδρυμένα, συνήθως, στα όρια της καλλιεργημένης γης των πόλεων, σηματοδοτούσαν τα όρια της επικράτειας της πόλης, στην οποία άνηκαν. Στο κέντρο της πόλης γύρω από το ιερό της κυρίαρχης θεότητας, συχνά, αναπτυσσόταν το αστικό κέντρο της.

Ο ιερός χώρος (τέμενος < τέμνω, δηλαδή ιερά χώματα που διακρίνονται από τα μη ιερά) ήταν οριοθετημένος με κάποιο είδος συνόρου (ρος) ή με ένα συνεχόμενο τοίχο (περίβολος). Στις εισόδους των ιερών υπήρχαν αγγεία με νερό για τον καθαρμό των εισερχόμενων στον ιερό χώρο. Η ιερότητα του τόπου επέβαλε απαγορεύσεις, όπως ο τοκετός, η ερωτική συνεύρεση και ο θάνατος μέσα σε ένα ιερό. Εκεί, μπορούσαν να βρουν άσυλο όσοι καταδιώκονταν, ακόμη και αν τους βάρυναν σοβαρά αδικήματα. Η δολοφονία ενός ανθρώπου που είχε αναζητήσει καταφύγιο σε ‘ένα ιερό θεωρούνταν ανόσια πράξη και μπορούσε να επισύρει ακόμη και την τιμωρία ολόκληρης της πόλης με το ξέσπασμα μίας επιδημίας για παράδειγμα. Συχνά, τοποθετούνταν σε κοινή θέα οι ιεροί νόμοι. Συνήθως, ένα τέμενος περιλάμβανε ένα ιερό δάσος, μία πηγή, μία σπηλιά, διάφορα φυσικά στοιχεία και κάποιες κατασκευές.

Ο βωμός ήταν το βασικό στοιχείο σε κάθε λατρεία και ο πρώτος πυρήνας γύρω από τον οποίο αναπτύχθηκε το ιερό. Η πραγματική θρησκευτική ζωή διαδραματιζόταν γύρω από το βωμό αφού ήταν ο τόπος της θυσίας. Βρισκόταν μέσα στο τέμενος, αλλά όχι μέσα στο ναό. Όταν υπήρχε ναός βρισκόταν στην πρόσοψή του. Ο βωμός άλλοτε ήταν φυσικός πέτρινος, άλλοτε σχηματιζόταν από τα υπολείμματα της στάχτης και των οστών που απόμεναν από τις θυσίες και άλλοτε ήταν κτισμένος με πλίνθους και επιχρισμένος με ασβέστη ή συναρμοσμένος με λαξευμένους ογκόλιθους. Στο βάθρο της κατασκευής βρισκόταν η εστία, όπου άναβε η πυρά πάνω στην οποία έκαιγαν τα μη αναλώσιμα κομμάτια του κρέατος που προορίζονταν για τους θεούς, αφού πρώτα ραντίζονταν με σπονδή και λιβανίζονταν. Υπήρχε η δοξασία ότι οι θεοί τρέφονταν και αγάλλονταν με τον ευωδιαστό καπνό που αναδυόταν από το βωμό. Το υπόλοιπο κρέας, ψημένο και  χωρισμένο σε μερίδες, καταναλώνονταν από τους πιστούς σε ένα δημόσιο γεύμα. Αντίθετα, όταν η θυσία γινόταν προς τιμή των χθόνιων θεοτήτων και των ηρώων το κρέας δεν καταναλωνόταν αλλά καιγόταν ολόκληρο (ολοκαύτωμα). Οι συμμετέχοντες στη θυσία σχημάτιζαν συνήθως έναν κύκλο ή ένα ημικύκλιο γύρω από το βωμό και μαζί με το θυσιαστή ήταν στραμμένοι προς την ανατολή, όπως και ο ναός.

Μέσα στον ιερό χώρο βρίσκεται και ο ναός, ο οποίος δεν είναι χώρος λατρείας. Είναι ο οίκος της θεότητας (ναίω=κατοικώ). Στεγάζει το λατρευτικό ή τα λατρευτικά αγάλματα και ενδεχομένως και άλλα αντικείμενα που ανήκουν στη θεότητα ή της έχουν αφιερωθεί ως προσφορές. Μπροστά στο άγαλμα έκαιγε άσβεστη φλόγα. Συχνά, στον ίδιο ιερό χώρο μπορεί να υπήρχαν δύο ναοί αφιερωμένοι στην ίδια θεότητα. Οι ναοί άρχισαν να κατασκευάζονται όταν γεννήθηκε η ανάγκη στέγασης των λατρευτικών αγαλμάτων. Από τα μέσα του 8ου αι. π.Χ. οι ναοί αποκτούν τη γνωστή τους αρχιτεκτονική δομή, παράλληλα με το σχηματισμό των πρώτων ελληνικών κοινωνιών. Αρχικά, οι ναοί ήταν κατασκευασμένοι από οπτές πλίνθους και ξύλινες κολόνες. Προς τα τέλη του 7ου αι. π.Χ. κατασκευάζονται από πέτρα και συχνά από μάρμαρο. Παράλληλα, αναπτύσσεται και η γλυπτική που αρχίζει να τους διακοσμεί.

 

Η συνήθης κάτοψη ενός ναού είναι ορθογωνική και αποτελείται από δύο μέρη, το κλειστό μέρος (σηκός) και το ανοιχτό (περιστύλιον), το οποίο είναι μία εξωτερική κιονοστοιχία. Το κλειστό τμήμα περιλαμβάνει μία αίθουσα, το ναό ή το σηκό, όπου βρίσκεται το άγαλμα της θεότητας. Πριν από αυτή την αίθουσα υπάρχει ένας προθάλαμος, ο πρόναος και μία άλλη μικρότερη αίθουσα στο πίσω μέρος (οπισθόδομος). Το άδυτον, το άβατο δωμάτιο είναι σε κάποιους ναούς ένας δεύτερος χώρος που επικοινωνεί με το σηκό. Ο ναός στηρίζεται σε μία βάση με τρεις βαθμίδες (κρηπίδες). Τα αρχιτεκτονικά μέρη που φέρουν ανάγλυφη διακόσμηση είναι οι μετόπες, η ζωφόρος, τα αετώματα. Τα ακρωτήρια, οι απολήξεις στην κορυφή της στέγης, και τα τρίγλυφα συμπλήρωναν τη διακόσμηση του ναού. Ο χώρος των αετωμάτων μπορούσε να φιλοξενήσει συνθέσεις με θέματα από το πάνθεον, ενώ οι μετόπες και οι ζωφόροι παρουσίαζαν επεισόδια από τη ζωή των θεών. Οι ναοί, παρόλο που σήμερα μόλις που διακρίνεται, χαρακτηρίζονταν από πολυχρωμία. Στα αρχεία του ναού τηρούνταν σημειώσεις των εορτών του θεού και των σημαντικότερων γεγονότων της ζωής της πόλης.

Θησαυρός των Σικυωνίων, Ολυμπία

Μέσα στον περίβολο των ιερών υπήρχε και ένα μικρό αφιερωματικό ναόσχημο κτίσμα, ο θησαυρός, στον οποίο εναποθέτονταν οι προσφορές των πιστών προς τους θεούς, και που αποτελούσε και το ίδιο το κτίσμα προσφορά. Τα αντικείμενα προσφοράς μπορούσαν να είναι απλά αγγεία, πολεμικά λάφυρα, ένα ομοίωμα του μέλους του σώματος ενός αρρώστου που θεραπεύτηκε, ένα μνημείο που προσέφερε μία πόλη κ.ά. Εντός του περιβόλου των ιερών υπήρχαν, ακόμη, οι κρήνες που χρησίμευαν για τους τελετουργικούς καθαρμούς, αίθουσες συμποσίων και ανάπαυσης καθώς και χώρος διεξαγωγής αγώνων, όπως οι αγώνες που γίνονταν στην Ολυμπία και στους Δελφούς. Έξω από τον περίβολο των ιερών, αρκετά συχνά όμως και μέσα στα ίδια τα ιερά, υπήρχε χώρος για τις κοσμικές δραστηριότητες των εμπόρων του ναού στο πλαίσιο των μεγάλων εορτών.

Οι ιεροί χώροι των αρχαίων Ελλήνων ήταν ζωντανοί, πολύχρωμοι, φωτεινοί και λαμπεροί, αντανάκλαση του έντονου θρησκευτικού συναισθήματος και της βαθιάς πίστης τους προς τους θεούς τους.

Βιβλιογραφία

Zaidman, L. B. –  Pantel, P. S., Η Θρησκεία στις Ελληνικές πόλεις της Κλασικής Εποχής, μτφρ. Κ. Μπούρας, Πατάκη, Αθήνα 72012.

Φωτογραφίες

Ειρήνη Γεωργοπούλου