Ο Κ.Γ. Καρυωτάκης ανήκει στην γενιά του 1920.
Τα χαρακτηριστικά της γενιάς του 1920 είναι τα εξής: Χαμηλόφωνος λυρισμός, χρήση καθημερινού λεξιλογίου, αίσθηση πίκρας για την απώλεια των ιδανικών και απογοήτευση από την αδιάφορη και μίζερη ζωή της πόλης. Διάθεση για φυγή στη φύση ή σε ένα ονειρικό ταξίδι, νοσταλγία των περασμένων.
Ο Καρυωτάκης έζησε σε μια εποχή που μίσησε και έκανε ένα επάγγελμα που τον καταπίεζε. Η ζωή του ήταν μια συνεχόμενη μάχη με την άρρωστη νοοτροπία εκείνης της περιόδου. Επηρεάζεται από τον Γαλλικό συμβολισμό, χρησιμοποιεί αφηρημένες εικόνες, μουσική υποβολή του λόγου με σκοπό να δημιουργηθεί μια ιδεατή πραγματικότητα. Το έργο του είναι περισσότερο ρεαλιστικό παρά ρομαντικό.
Γίνεται αυτόχειρας το 1928, ίσως επηρεασμένος από την αρρώστια του «σύφιλη», ίσως από την απέχθεια της κοινωνίας, ίσως απ’ όλα αυτά μαζί. Στην τσέπη του βρέθηκε ένα σημείωμα που έγραφε: «Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι’ αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική. Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας. Κ.Γ.Κ.
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ήπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου.
Καρυωτακισμός: είναι η πεισιθάνατη αντιμετώπιση της ζωής, η προβληματική σχέση του ποιητή με τον κοινωνικό περίγυρο και η προσπάθεια για μια κοινωνική διαμαρτυρία και ρήξη με την κρατούσα ιδεολογία.
Ο Καρυωτάκης πρόλαβε να εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές «Ο πόνος των ανθρώπων και των πραγμάτων» (1919), «Νηπενθή» (1921), «Ελεγεία και Σάτιρες» (1927) αλλά και αρκετά πεζά και μεταφράσεις.

ΠΕΘΑΙΝΟΝΤΑΣ «Νηπενθή» (1921)

Μάταιη ψυχή, στὴν ἀτονία ἑσπέρας ἐαρινῆς,
ἐνῷ θὰ κλείνεις τὰ χρυσὰ φτερά σου πληγωμένη,
τὴν ὥρα ποὺ σὰ λύτρωση κάτι θὰ καρτερεῖς,
φτωχὴ καρδιά, θανάσιμα μὰ αἰώνια λυπημένη·
ὅταν, φτασμένη ἀπάνω στὸν ὁρίζοντα, θὰ ἰδεῖς
μίση νὰ φεύγουν οἱ ἔρωτες, χολὴ τὰ πάθη σου ὅλα,
ὅταν ἀνέβει ἀπὸ τὰ ἐξαίσια τ᾿ ἄνθη τῆς ζωῆς
μύρον ἡ ἀπογοήτευση, ψυχή μου ὀνειροπόλα
τὴν ὥρα τὴν ὑπέρτατη ποὺ θὲ νὰ θυμηθεῖς
μ᾿ ἕνα μόνο χαμόγελο τὰ φίλα καὶ τὰ ἐνάντια —
μάταιη ψυχή, στὸ πέλαγο, στὸ ἀγέρι τί θὰ πεῖς;
ὤ, τί θὰ πεῖς, στενὴ καρδιά, στὴ χλωμὴ δύση ἀγνάντια;
Σύνταξη

Πολυξένη Γκιούρη
03/03/2019

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.