Το δράμα αναμφίβολα υπήρξε κορυφαία πνευματική δημιουργία, στο οποίο ενώθηκαν ο λόγος με τη μουσική, ο χορός και η σκηνική εικόνα για να καθιερωθεί ως θεσμός της πόλης με ιδιαίτερη σημασία για τη διαμόρφωση πολιτικής συνείδησης και παιδευτικής εμπειρίας. Μία χρονολογική και γεωγραφική προσέγγιση τοποθετεί τη δημιουργία του στα χρόνια της τυραννίας του Πεισίστρατου (546-527 π.Χ.) στην πόλη της Αθήνας. Μέσα σε έναν αιώνα ακολουθώντας μία εξελικτική πορεία και μέσα από μετασχηματισμούς διαμορφώνει τον κώδικά του, για να φτάσει στην ύψιστη ακμή του την περίοδο της αθηναϊκής δημοκρατίας, οι πορείες των οποίων ακολούθησαν παράλληλες τροχιές. Οι Αθηναίοι πολίτες συμμετείχαν στα όργανα εξουσίας της πόλης τους, όπως η Εκκλησία του Δήμου, η Βουλή των Πεντακοσίων, και συγχρόνως εντός του θεάτρου βίωναν τη συλλογικότητα, τον ουσιαστικό διάλογο, την επικοινωνία και τον προβληματισμό. Τόπος των παραστάσεων αρχαίου δράματος ήταν τα υπαίθρια ημικυκλικά θέατρα. Το αρχαίο θέατρο στηρίζεται σε συμβάσεις και χαρακτηρίζεται από θρησκευτικό και αγωνιστικό πνεύμα. Ο θρησκευτικός χαρακτήρας του σχετίζεται με την καταγωγή του δράματος, η οποία συνδέεται με τις τελετουργικές γιορτές για τη γονιμότητα και τη βλάστηση, που γίνονταν στην αρχαιότητα προς τιμήν του θεού Διονύσου. Ο Διόνυσος κατείχε κεντρική θέση στο αθηναϊκό εορτολόγιο. Κατά τις θρησκευτικές εορτές, στα Μεγάλα ή ἐν ἄστει Διονύσια, στα Μικρά ή κατ’ ἀγρούς Διονύσια, στα Λήναια και στα Ἀνθεστήρια, όχι από την αρχή αλλά πολύ αργότερα, με πάνδημη συμμετοχή, διοργανώνονταν οι δραματικοί αγώνες. Οι πολίτες συμμετείχαν είτε ως υποκριτές ή μέλη του χορού είτε ως θεατές. Οι εύποροι πολίτες αναλάμβαναν, ως χορηγοί, τα έξοδα της παράστασης.

Κατά τις τελετές του Διονύσου, οι πιστοί του λάτρευαν το θεό σε κατάσταση ιερής μανίας, άφθονης οινοποσίας και μεγάλου ενθουσιασμού. Μεταμφιέζονταν σε Σατύρους, τους ζωόμορφους ακόλουθους του θεού. Οι πιστοί χορεύοντας γύρω από το βωμό του θεού τραγουδούσαν ένα θρησκευτικό και λατρευτικό άσμα, με συνοδεία αυλού, το διθύραμβο. Ενδεχομένως, μέσα στον ύμνο να υπήρχε και μία αφήγηση σχετική με τα γεγονότα της ζωής του θεού. Ο ἐξάρχων, ο πρώτος δηλαδή των χορευτών, έκανε την αρχή στο τραγούδι και αναλάμβανε την απόδοση της αφήγησης, ενώ ο Χορός 50 χορευτών εκτελούσε κυκλικά το διθύραμβο. Αρχικά, ο διθύραμβος ήταν αυτοσχέδιος. Στις μεταμφιέσεις αυτές των εορταστών, καθώς και στο διθύραμβο βρίσκονται οι απαρχές του δράματος. Τρία είναι τα είδη της δραματικής ποίησης: η τραγωδία, η κωμωδία και το σατυρικό δράμα.

Τραγωδία

Ο Αριστοτέλης παράγει το δράμα στο σύνολό του από τον αυτοσχεδιασμό και θεωρεί αφετηρία της τραγωδίας τους ἐξάρχοντες του διθυράμβου (Περί ΠοιητικήςIV, 1449a 9). Καθοριστική για την εξέλιξη του διθυράμβου ήταν η συμβολή του ποιητή και μουσικού Αρίωνα από τη Μήθυμνα της Λέσβου στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Σύμφωνα με μαρτυρία του Ηρόδοτου (Ι, 23), ο Αρίωνπρώτος συνέθεσε διθύραμβο, δίνοντάς του λυρική μορφή και αφηγηματικό περιεχόμενο και τον παρουσίασε στην αυλή του τυράννου της Κορίνθου, Περίανδρου, με χορευτές μεταμφιεσμένους σε Σατύρους, δηλαδή με χαρακτηριστικά τράγων. Είναι, επομένως, πιθανόν η λέξη «τραγωδία» να προήλθε από αυτή την «τράγων ᾠδή». Στα μέσα του 6ου αι. π.Χ., ο ποιητής Θέσπης εισήγαγε τη χρήση της μάσκας (προσωπείου) κατά την παράσταση και τον πρώτο υποκριτή, ο οποίος ονομάστηκε έτσι, πιθανότατα, επειδή έπρεπε να αποκρίνεται (ὑποκρίνομαι=αποκρίνομαι) στο άσμα του χορού και να κάνει διάλογο με τον κορυφαίο του χορού. Η πρώτη διδασκαλία (παράσταση) τραγωδίας έγινε από τον Θέσπη το 534 π.Χ. στα Μεγάλα Διονύσια, περίοδο κατά την οποία την εξουσία ασκούσε ο τύραννος Πεισίστρατος, ο οποίος στο πλαίσιο της φιλολαϊκής του πολιτικής ενίσχυσε τη λατρεία του θεού, καθιέρωσε τα Μεγάλα Διονύσια και η τραγωδία εντάχθηκε στο πρόγραμμά τους.

Σύμφωνα με τον ορισμό της τραγωδίας από τον Αριστοτέλη (Περί Ποιητικής, 1449b24-30), τραγωδία είναι η μίμηση μιας σπουδαίας και ολοκληρωμένης πράξης, ορισμένου μεγέθους, διατυπωμένη με περίτεχνο λόγο, διαφορετική για τα δύο μέρη της (διαλογικό και χορικό), η οποία αναπαριστάνεται και δεν απαγγέλλεται, και σκοπό έχει να οδηγήσει το θεατή μέσα από τον έλεο (για τον ήρωα που πάσχει)και το φόβο (μήπως βρεθεί σε παρόμοια θέση), στην κάθαρση. Ο Αριστοτέλης διακρίνει την τραγωδίαστα κατά ποσόν μέρη, που αφορούν την έκταση του έργου και στα κατά ποιόν που σχετίζονται με την ανάλυση του έργου. Στα κατά ποσόν, το επικό στοιχείο αποτελούν ο πρόλογος, τα επεισόδια και η έξοδος και το λυρικό μέρος, η πάροδος και τα στάσιμα. Τα κατά ποιόν μέρη είναι ο μύθος, η υπόθεση δηλαδή του έργου, το ήθος που δηλώνει τον χαρακτήρα των ηρώων του έργου, η λέξις που αφορά τα εκφραστικά μέσα, η διάνοια που δηλώνει την ιδεολογική συγκρότηση των ηρώων και τέλος το μέλος και η όψις που αφορούν τα μουσικά στοιχεία και τα σκηνικά της τραγωδίας, αντίστοιχα. Η τραγωδία αντλεί τα θέματά της από την ελληνική μυθολογία, χωρίς να λείπουν βέβαια και κάποιες εξαιρέσεις τραγικών ποιητών, οι οποίοι συνέθεσαν έργα με γεγονότα της εποχής τους (όπως ο Φρύνιχος με το έργο του Μιλήτου άλωσις, που αναφέρεται στην άλωση της Μιλήτου από τους Πέρσες το 494 π.Χ. και ο Αισχύλος με το έργο του Πέρσαι, με θέμα τη ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ.). Η μυθολογία ήταν κομμάτι της ιστορίας του λαού και συγχρόνως εξασφάλιζε τη χρονική και τοπική απόσταση από τα θέματα που πραγματεύονταν, δύο βασικές προϋποθέσεις για την τραγωδία. Τους ήρωες των τραγωδιών χαρακτηρίζει η τραγικότητα, μια κατάσταση που υποδηλώνει τη σύγκρουσή τους με υπέρτερες δυνάμεις, μέσα από την οποία εκδηλώνεται το ηθικό τους μεγαλείο, αλλά και τα τρομερά διλήμματα, αδιέξοδα, ενοχές, συντριβή ή λύτρωση που βιώνουν. Από τους αρχαίους Έλληνες τραγικούς, ακέραια έργα σώζονται μόνο των τριών μεγάλων ποιητών, του Αισχύλου, του Σοφοκλή και του Ευριπίδη.

Κωμωδία

Κατά τον Αριστοτέλη, επίσης, η κωμωδία έλκει την καταγωγή της από τα φαλλικά τραγούδια που συνόδευαν τις διονυσιακές γιορτές «ἀπό τῶν ἐξαρχόντων τα φαλλικά» (Περί Ποιητικής, IV,12). «Κώμος» στην αρχαία Αθήνα σήμαινε μια συντροφιά από άνδρες, οι οποίοι σε κατάσταση ευθυμίας περιφέρονταν στους δρόμους, τραγουδούσαν, πείραζαν τους συμπολίτες τους και συχνά επιδίδονταν σε βωμολοχίες. Στις εκδηλώσεις του κώμου κυριαρχούσε ως έμβλημα ο φαλλός, σύμβολο γονιμότητας, που αρχικά είχε μαγικές-θρησκευτικές ιδιότητες. Αυτός ο χορός των ανδρών που κωμάζει αποτέλεσε τον πυρήνα της κωμωδίας. Τον 6ο αι. π.Χ. ο κώμος συνδέθηκε με το θεό Διόνυσο στην Αττική. Παράσταση Αρχαίας κωμωδίας έγινε για πρώτη φορά στην Αθήνα, στα Μεγάλα Διονύσια, το 486 π.Χ., πενήντα σχεδόν χρόνια μετά την καθιέρωση της τραγωδίας. Τα συστατικά μέρη που απαρτίζουν την κωμωδία είναι: ο πρόλογος στον οποίο εκτίθεται το σχέδιο του ποιητή. Η πάροδος του χορού, κατά την οποία ο χορός εκφράζει τη θέση του ως προς το κωμικό σχέδιο. Ο αγών, η συζήτηση μεταξύ δύο συνομιλητών, οι οποίοι έχουν αντίθετες απόψεις σχετικά με το θέμα του έργου, πριν τελικά συμφιλιωθούν. Η παράβασις που είναι άσμα του χορού, ο οποίος είναι στραμμένος προς τους θεατές. Οι διαλογικές σκηνές, οι οποίες δεν συνδέονται μεταξύ τους και συντελούν στο να ενημερώσουν για την κατάσταση των πραγμάτων που έχει δημιουργηθεί. Το έργο τελειώνει με την έξοδο, που συνίσταται σε μία εύθυμη πομπή. Η κωμωδία αντλούσε τα θέματά της από την καθημερινή ζωή αλλά συχνά παρουσίαζε και φανταστικές καταστάσεις με σκοπό να διακωμωδήσει διάφορες αντιλήψεις, γεγονότα και καταστάσεις και να διορθώσει τα «κακώς κείμενα». Στην Αθήνα, εκτός από τον Αριστοφάνη, εκπρόσωποι της Αρχαίας κωμωδίας (486-400 π.Χ), υπήρξαν πολλοί ποιητές, οι οποίοι παρουσίασαν κωμωδίες, που δυστυχώς όμως δεν έχουν διασωθεί. Η Μέση κωμωδία (400-330 π.Χ) αποτελεί τη μετάβαση από την Αρχαία στη Νέα Κωμωδία (330-250 π.Χ.),με κύριο εκπρόσωπο τον Μένανδρο (342-292 π.Χ.). Γνωρίζουμε τους τίτλους πολλών έργων του (100 περίπου) αλλά από αυτά μόνο ένα, ο Δύσκολος, έχει σωθεί σχεδόν ακέραιο, ενώ από άλλα έξι έργα έχουμε αποσπάσματα. Στη Νέα κωμωδία ο χορός έχει πάψει να παίζει ενεργό ρόλο, η αισχρολογία έχει εγκαταλειφθεί και η υπόθεση σχετίζεται με γεγονότα της καθημερινής πραγματικότητας (ερωτικές απογοητεύσεις, έκθετα παιδιά κ.ά.). Το έργο του Μένανδρου υπήρξε πρότυπο για τη λατινική κωμωδία και μέσω αυτής επηρέασε το νεότερο ευρωπαϊκό θέατρο.

Σατυρικό δράμα

Το σατυρικό δράμα πήρε το όνομά του από τους χορευτές που ήταν ντυμένοι Σάτυροι και συνοδεύονταν από τον πατέρα τους το Σειληνό. Εισηγητής του στην Αθήνα θεωρείται ο Πρατίνας από τον Φλειούντα. Κυριότερα γνωρίσματα του σατυρικού δράματος ήταν η μόνιμη χρήση του χορού Σατύρων, η παρωδία μυθολογικών θεμάτων, η κωμική πλοκή και το αίσιο τέλος. Η ουσιαστική λειτουργία του ήταν να δημιουργήσει ένα ευχάριστο θέαμα στο τέλος των δραματικών αγώνων, και να λειτουργήσει ως μέσο ανακούφισης των θεατών από την ένταση και την αγωνία της τραγικής τριλογίας και επαναφοράς τους στο πνεύμα της διονυσιακής λατρείας. Στο μεγαλύτερο μέρος του 5ου αι. π.Χ., οι ποιητές συμμετείχαν στους αγώνες με μία τετραλογία, τρεις τραγωδίες (τριλογία) και ένα σατυρικό δράμα. Ελάχιστα δείγματα του είδους έχουν σωθεί. Ολόκληρο σώθηκε μόνο ο Κύκλωψ του Ευριπίδη, καθώς και μεγάλο μέρος από τους Ἰχνευτάς του Σοφοκλή. Το σατυρικό δράμα διατηρήθηκε ως το τέλος του 4ου αι. π.Χ. Από το 340 π.Χ. δημιουργείται ένα νέο είδος, που ενώ συνεχίζει να διατηρεί το σατυρικό χορό, προσεγγίζει τη σύγχρονη κωμωδία ως προς τις δραματικές τεχνικές και το περιεχόμενο (επίκαιρη σάτιρα).

 

 

Βιβλιογραφία

Κουκουζέλη, Α., «Λογοτεχνία και Αρχαίο Θέατρο», στο Ιω. Γιαννόπουλος – Γ. Κατσιαμπούρα – Α. Κουκουζέλη, Εισαγωγή στον Ελληνικό Πολιτισμό, τ.Β΄: Σημαντικοί Σταθμοί του Ελληνικού Πολιτισμού, Ε.Α.Π., Πάτρα 2000, σσ. 217-243.

Ξιφαρά, Π., «Εισαγωγή στο Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο», στο Ε. Ανδριανού – Π. Ξιφαρά, Αρχαίο Ελληνικό Θέατρο. Ο Δραματικός Λόγος από τον Αισχύλο ως τον

Μένανδρο, Ε.Α.Π., Πάτρα 2001, σσ.  15-25.

Baldry, H. C., Το τραγικό Θέατρο στην Αρχαία Ελλάδα, Καρδαμίτσα, Αθήνα

31992.

Lesky, A., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Αγαπητός Γ.

Τσοπανάκης, Δέσποινα Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2014.

 

Πηγές προέλευσης των εικόνων

https://dev.indexanthi.gr/?p=1083

https://www.sansimera.gr/articles/1059

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGYM-B120/550/3618,15484

Σύνταξη

Ειρήνη Γεωργοπούλου

20/03/2019

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.