Ο Γιάννης Γαΐτης, ζωγράφος, χαράκτης και γλύπτης, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 4 Μαρτίου του 1923 και πέθανε στις 22 Ιουλίου το 1984. Είναι γνωστός για τα «Ανθρωπάκια», στα έργα του οι μορφές δεν έχουν ατομικά χαρακτηριστικά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μαζοποίηση του σύγχρονου ανθρώπου. Είναι όλα ντυμένα με ένα ριγέ κοστούμι και καπέλο.

Σύνθεση, 1975 λάδι και ένθετο ξύλο. 202χ147χ11εκ.

Σπούδασε αρχικά στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και το 1949 συμμετέχει μαζί με τον Αλέκο Κοντόπουλο και άλλους καλλιτέχνες, που είχαν στραφεί στις αφηρημένες τάσεις, στην ίδρυση της ομάδας «Οι Ακραίοι». Ανάμεσα στους δασκάλους του και ο Κωνσταντίνος Παρθένης. Το 1954 πήγε στο Παρίσι, όπου ολοκλήρωσε και εκεί τις σπουδές του στη Σχολή Καλών Τεχνών και στην Ακαδημία Grande Chaumiere.

Στο Παρίσι, 1963 Λάδι σε μουσαμά, 54χ65,5  εκ. Εθνική Πινακοθήκη, παράρτημα Κέρκυρας.

Το 1944 ξεκινάει την εκθεσιακή του δραστηριότητα, με μια ατομική έκθεση στο εργαστήριο του και στη συνέχεια στο Παρνασσό, εξακολουθεί να παρουσιάζει ατομικά το έργο του, σε παρισινές και αθηναϊκές γκαλερί, καθώς και σε χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής.

Μουσική, 1948, Λάδι σε μουσαμά,160χ298 εκ.

Η Δολοφονία της Ελευθερίας, 1967, αφιερωμένο στη Χούντα των συνταγματαρχών, εκτέθηκε στη Ρώμη το 1968.

Σειρήνες – Οδυσσέας,  1980, Λάδι σε μουσαμά 150χ195,5 εκ.

 

Το 1984, μια εβδομάδα πριν το θάνατό του εγκαινιάστηκε μεγάλη αναδρομική έκθεση στην Εθνική Πινακοθήκη. Μερικές από τις πολυάριθμες ομαδικές εκθέσεις που ξεχωρίζουν είναι, οι Μπιενάλε του Σάο Πάολο το 1952 και το 1967 και τα Ευρωπάλια το 1982 στις Βρυξέλες. Το έργο του παρουσιάστηκε επίσης σε μεταθανάτιες εκθέσεις, όπως η αναδρομική το 1994 στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο της Θεσσαλονίκης.

Ασχολούμενος κυρίως με τη ζωγραφική και, σε πιο περιορισμένη κλίμακα, με τη γλυπτική και τη χαρακτική, ξεκίνησε από πορτρέτα, για να προχωρήσει σύντομα σε αφηρημένες εξπρεσιονιστικές και σουρεαλιστικές συνθέσεις, κυβιστικές και γεωμετρικές δημιουργίες, παράλληλα και σε συνθέσεις γλυπτικής από γύψο, αντίστοιχες με της ζωγραφικής του. Για ένα διάστημα οι δημιουργίες του συντίθενται από έντομα, ανθρωπάκια, πουλιά και φυτά που υποδηλώνουν ένα παράλογο κόσμο.

Λίγο μετά τη δεκαετία του 60΄άρχισε να διαμορφώνει το γνωστό ανθρωπάκι, που επαναλαμβάνεται αρχικά γύρω από μια κεντρική παράσταση, για να σχηματοποιηθεί και να τυποποιηθεί στη συνέχεια, αποτελώντας, επαναλαμβανόμενο σε διάφορες παραλλαγές, ένα σύμβολο και ένα μέσο ειρωνείας της κοινωνικής κριτικής. Με επίκεντρο το ανθρωπάκι αυτό, δημιούργησε επίσης κατασκευές, υπερμεγέθεις γλυπτικές συνθέσεις, περιβάλλοντα και  happenings, ενώ το μετέφερε σε ρούχα, υφάσματα και παιχνίδια.

Μαζική μεταφορά ή Μαζικές μεταφορές, 1984, Σίδερο και χρώμα 550χ460χ200εκ.

 

(Πηγή: Εθνική Πινακοθήκη.)