«ΑΦΗΓΗΣΕΙΣ ΖΩΗΣ»

Συνέντευξη με το κ. Νίκο Μποφίλιο

Η παρούσα συνέντευξη αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της συνέντευξης που παραχώρησε ο κ. Νίκος Μποφίλιος στο Σ.Δ.Ε. Αχαρνών, στις 16/04/2019. Στο πλαίσιο του Πρότζεκτ «Αφηγήσεις Ζωής», από την Εκπαιδεύτρια Πολιτισμικής Αγωγής κ. Ειρήνη Θεοδοσοπούλου και την 10μελή ομάδα του Σ.Δ.Ε. Αχαρνών.

 

 

Ομάδα Σ.Δ.Ε.: Είναι μεγάλη μας τιμή που σας έχουμε κοντά μας και δεχτήκατε την πρόσκλησή μας.

Νίκος: Δική μου τιμή και χαρά.

Ερ.  Θα θέλαμε να μάθουμε κάποια πράγματα για εσάς και τη μουσική. Τί είδους μουσική παίζετε;

Απ. Τί είδους μουσική παίζω; Το σίγουρο είναι ότι παίζω ελληνική μουσική. Δεν έχω ασχοληθεί καθόλου με τη δυτική κουλτούρα, το ροκ, ή το μοντέρνο. Αυτό όχι, γιατί δεν το δέχομαι, – υπάρχουν και εκεί αξιόλογα πράγματα, με τα οποία μπορείς να ασχοληθείς και να μελετήσεις, – αλλά έχω μια αποστροφή στην αγγλική γλώσσα και αυτό ήταν καθοριστικά αρνητικό. Να φανταστείτε ότι χρωστάω μόνο 2 μαθήματα αγγλικών στη Βιομηχανική Θεσσαλονίκης και αυτός είναι και ο κύριος λόγος που δεν κατάφερα να πάρω τελικά το πτυχίο μου. Θέλω να πω, δηλαδή, ότι, όταν δεν έχεις τη γλώσσα, δεν τη γνωρίζεις και δεν καταλαβαίνεις το στίχο, δε μπορείς να δεθείς με τη μουσική. Για μένα, είναι πολύ σημαντικό η μουσική να δένει με το λόγο, ο λόγος είναι το πρωτογενές υλικό! Όταν η μουσική μεταφράζει σωστά το λόγο, τότε επιτυγχάνει το στόχο της. Τότε περνάει στον κόσμο! Τότε έχουμε ολοκληρωμένο μουσικό έργο! Υπ’ αυτή την έννοια, λοιπόν, ασχολήθηκα με την ελληνική μουσική. Την περίοδο της Φασιστικής Δικτατορίας του Παπαδόπουλου, τότε που «όλα τα έσκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά», ήμουν 12 ετών, έτσι έφαγα όλη την επταετία στο κεφάλι. Την περίοδο εκείνη, λοιπόν, άκουγα πάρα πολύ Καζαντζίδη, γιατί η μάνα μου, που είχε πολύ καλή φωνή, ήταν νοικοκυρά και όλη τη μέρα στο σπίτι τραγούδαγε Καζαντζίδη. Σταδιακά άκουγα επίσης πάρα πολύ τον Νταλάρα, που ήταν το έντεχνο – κατά μια έννοια – εκείνη την εποχή, το οποίο βέβαια, όπως και όλη η δισκογραφία, περνούσε από λογοκρισία. Η γνωριμία μου με τους μεγάλους ποιητές έγινε μετά τη μεταπολίτευση. Η γενιά η δική μου, ας πούμε, η γενιά του πολυτεχνείου, άκουγε πολύ Θεοδωράκη, Χατζιδάκι, πέσαμε διψασμένοι πάνω σε όλο αυτό το καλλιτεχνικό πολιτιστικό ρεύμα που επικρατούσε. Φυσικά υπήρχε έντονο πολιτικοποιημένο κλίμα. Τότε πολύ σπάνια έβλεπες ανθρώπους να μην είναι πολιτικοποιημένοι. Οργανωθήκαμε πολιτικά όλοι. Άλλοι  στην Κομμουνιστική Νεολαία Ελλάδας, άλλοι στο ΠΑ.ΣΟ.Κ. Γιατί τότε το ΠΑ.ΣΟ.Κ ήταν διαφορετικό κόμμα, είχε οργανώσεις, δεν είχε κυβερνήσει και δεν είχε μεταλλαχτεί σε ένα αστικό κόμμα εναλλαγής του συστήματος. Εγώ βέβαια ασπάστηκα τη θεωρία του Μαρξισμού Λενινισμού, οργανώθηκα στην ΚΝΕ και αργότερα στο ΚΚΕ. Από κει και πέρα ασχολήθηκα πολύ έντονα με το έντεχνο λαϊκό τραγούδι. Τι είναι το έντεχνο λαϊκό τραγούδι; Αν και το πλατιάζω λίγο τώρα, να πω ότι είναι η μελοποιημένη ποίηση. Βρέθηκε λοιπόν ο Θεοδωράκης, ο οποίος ξεκίνησε με τη δυτική μουσική, έγραφε συμφωνικά έργα, κάποια χρονική στιγμή συνέλαβε αυτή τη μεγαλοφυή ιδέα να παντρέψει την λαϊκή μουσική με τον στίχο των μεγάλων ποιητών. Έβαλε δηλαδή τον κόσμο να τραγουδάει μεγάλους ποιητές, όπως το Βάρναλη, «Μες την υπόγεια την ταβέρνα, μες σε καπνούς και σε βρισιές», ή του Ελύτη, «Ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή». Αυτό είναι η έντεχνη λαϊκή μουσική, την οποία θεωρώ εξέλιξη του λαϊκού τραγουδιού.

Ερ. Θέλετε να μου πείτε ποιο ήταν το ερέθισμα που ασχοληθήκατε με τη μουσική;

Απ. Το ερέθισμα ήταν μάλλον οικογενειακή υπόθεση. Η μητέρα μου τραγούδαγε πολύ, ο αδερφός της επίσης ήταν πολύ καλός τραγουδιστής και εκείνη την εποχή μάλιστα, προσπαθούσε με κάτι δίσκους που είχε βγάλει να κάνει κι αυτός κάτι. Έτσι ήμουν μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα που βοηθούσε. Ένα μαγνητόφωνο που είχαμε και τραγουδάγαμε όλοι μαζί, κάναμε δεύτερες φωνές, γενικά όλο το κλίμα ήταν γλέντι τραγούδι και διασκέδαση. Όλα αυτά βέβαια από τη μεριά της μάνας μου γιατί ο πατέρας μου δεν ήταν καλλίφωνος.

Ερ. Σας πήρε χρόνο να μάθετε μουσική, να ασχοληθείτε;

Απ. Να ξεκαθαρίσουμε κάτι: Η σχέση μου με τη μουσική είναι σε επίπεδο ερασιτεχνικό. Δε σπούδασα, δηλαδή, μουσική, αν και το θεωρώ σημαντικό παράγοντα. Εκείνη την περίοδο, μετά δηλαδή τη μεταπολίτευση, δημιουργήθηκαν πολλά ερασιτεχνικά σχήματα. Στους Αγίους Αναργύρους, παράδειγμα απ’ όπου κατάγομαι κι εγώ, υπήρχε μια Μορφωτική Λέσχη, από τις πρώτες πολιτιστικές κινήσεις που έγιναν, η οποία και είχε αξιοσημείωτο ρόλο. Εκεί φτιάξαμε τις πρώτες καλλιτεχνικές ομάδες και μια χορωδία.

Ερ. Για πότε μιλάμε, για να το τοποθετήσουμε χρονικά.

Απ. Για το 1975 και μετά. Τότε δεν είχαμε την βοήθεια των Δήμων, δεν υπήρχαν πνευματικά κέντρα. Ήταν όλα μια καθαρά ερασιτεχνική πρωτοβουλία, που δημιουργήθηκε μόνο με αγάπη. Παλεύαμε για τον πολιτισμό, ζούσαμε μια ουτοπία, θέλαμε κάτι παραπάνω, συστατικό στοιχείο άλλωστε του πολιτισμού είναι ο άνθρωπος, ο προοδευτικός άνθρωπος, με οράματα για το καλύτερο. Από την εποχή του αντάρτικου τραγουδιού, βγήκε το σύνθημα «πολεμάμε και τραγουδάμε». Αυτό το σύνθημα, που βγήκε από τα βουνά, ήταν για μας όλη η ουσία. Ο ένας με τον άλλο μαθαίναμε κιθάρα – άσχετοι ήμασταν – όμως γνώρισα πολλούς ανθρώπους και πολλοί απ’ αυτούς μάλιστα ασχολήθηκαν επαγγελματικά και έφτασαν ψηλά. Εγώ, κατά μια έννοια, ασχολήθηκα επαγγελματικά, αλλά χωρίς να έχω σπουδάσει. Η εμπειρία, το ταλέντο και το μουσικό αυτί είναι τα βασικά. Όμως ακόμα καλύτερα να έχεις και τις σπουδές, αλλιώς είσαι μισός. Εγώ δεν ξέρω να διαβάζω παρτιτούρα, δουλεύω μόνο με το αυτί.

Ερ. Για ποιο λόγο ονομάσατε το συγκρότημα «Ρωμιοσύνη»;

Απ. Η αλήθεια είναι ότι το δικό μας σχήμα ονομαζόταν «Σχήμα Αγίων Αναργύρων», αργότερα όμως συμπράξαμε με ένα σχήμα που αυτό ονομαζόταν «Ρωμιοσύνη» και έμεινε έτσι από το 76’ και μετά. Το όνομα φυσικά, όπως είναι πασιφανές, είναι από το έργο του Γιάννη Ρίτσου. Ένα επικό έργο που αναφέρεται στα βάσανα του κόσμου, σε όλη την μετεμφυλιακή διαδικασία, τις εξορίες κ.λ.π.

Ερ. Παίζεται και δικές σας συνθέσεις;

Απ. Όχι δεν παίζουμε δικές μας συνθέσεις. Παίζουμε κυρίως έντεχνη λαϊκή μουσική.

Ερ. Ποιων δημιουργών;

Απ. Χατζηδάκι, Θεοδωράκη, Λοΐζο, Μαρκόπουλο, Λεοντή, Ξαρχάκο, δηλαδή όλων αυτών οι οποίοι εντάσσονται σε αυτό που λέμε «έντεχνο».

Ερ. Κάπου διάβασα ότι έχετε κάνει περίπου χίλιες συναυλίες;

Απ. Έχουμε ξεπεράσει τις χίλιες συναυλίες, έχουμε πάει και στο εξωτερικό. Όμως εξακολουθούμε να είμαστε μια παρέα που παλεύει και βρίσκεται πάντα στον αγώνα, στις απεργίες, στα σωματεία, όπου μας φωνάξουν και όπου χρειαστεί. Δεν πάμε εμείς για μεροκάματο, δεν το κάνουμε επαγγελματικά.

Ερ. Θέλετε να μας πείτε ποια άτομα είστε στο συγκρότημα;

Απ. Ο βασικός πυρήνας της «Ρωμιοσύνης» ήταν από παλιά ο Τεό Λαζάρου, η Έλλη Λαζάρου, ο Τάσσος Ζάντζας, ο Στάυρος Ξένος, ο Λευτέρης Λαζάρου στο μπουζούκι, αυτοί είμαστε οι βασικοί από τότε. Στην πορεία έχουν κάποιοι φύγει και κάποιοι άλλοι έχουν έρθει, το σχήμα έχει μεγαλώσει. Τώρα έχουμε ένα πολύ καλό πιανίστα, το Γιώργο Αναστασόπουλο, στα τύμπανα το Δημήτρη Φωτόπουλο, στο μπουζούκι δυο νέα παιδιά, το Γιάννη Τόλιο και το Γιώργο Χαραλάμπη, και στις κιθάρες τον Αντώνη Νάτσιο και το Χρήστο Σταυρίδη.

Ερ. Τί είναι για σας η μουσική;

Απ. Τί είναι για μένα η μουσική; Νομίζω με εκφράζει απόλυτα. Έχω πιάσει τον εαυτό μου και θλιμμένος ακόμα να τραγουδάω. Τραγουδάω παντού, πολλές φορές μπορεί να παρεξηγηθώ να περπατάω στο δρόμο και να τραγουδάω. Μπορεί να με δει κανένας και να πει «ποιός είναι αυτός ο παλαβός».  Είναι πολύ μες τη ζωή μου το τραγούδι.

Ερ. Τι σημασία έχει για σας ο στίχος του τραγουδιού;

Απ. Εν αρχή ην ο λόγος για μένα. Πιστεύω πάρα πολύ στο λόγο. Αναμφίβολα είναι και η μουσική σημαντική, όμως, όταν συνδυάζεται με τον λόγο, εκεί έχουμε πια την αρχαία τραγωδία. Έχουμε το χορό, ο οποίος εκφράζεται και τραγουδάει. Γι αυτό το λόγο και η μουσική πρέπει να είναι πολύ σωστά δεμένη. Να θέλει και αυτή κάτι να πει. Ο λόγος, το ποίημα έχει μέσα του μια κρυφή κίνηση, μια μουσική. Καθήκον και υποχρέωση εκείνου που γράφει μουσική είναι να σέβεται αυτό ακριβώς. Αν γίνει αυτό το πάντρεμα σωστά, τότε αυτό το έργο περνάει πολύ εύκολα στον κόσμο, μπορεί να τον συγκινήσει. Αν δεν είναι καλή η μουσική, δε θα περάσει και δεν πρόκειται να περάσει ποτέ. Και έχουμε τέτοια παραδείγματα εξαιρετικών ποιημάτων, τα οποία δεν «πιάσανε» και δεν ακούστηκαν ποτέ. Επίσης, όταν ένα ποίημα είναι πολύ καλό και έχει μελοποιηθεί από πολύ καλή μουσική, δε μπορείς ποτέ να το φανταστείς με μια άλλη μουσική. Εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ τη «Ρωμιοσύνη» του Ρίτσου ή το «Ένα το Χελιδόνι» του Ελύτη, με άλλη μουσική. Τι έκανε δηλαδή ο Μίκης; Συμφωνική μουσική με ελληνικούς ρυθμούς και λαϊκή ορχήστρα. Όταν ακούγεται αυτό το έργο χωρίς λαϊκή ορχήστρα, χάνει την δυναμική του. Αυτό έκανε ο Θεοδωράκης, ένα λαϊκό ορατόριο, κατά τη γνώμη μου.

Ερ. Πώς βλέπετε το θέμα του σπόνσορα, του χορηγού και των δισκογραφικών εταιριών;

Απ. Όλα αυτά εντάσσονται στο κοινωνικό σύστημα που ζούμε. Και για να απαντήσω τώρα σε αυτή την ερώτηση, πρέπει να μιλήσω πολιτικά. Λοιπόν, τα πνευματικά δικαιώματα, η μουσική, η τέχνη, τα προϊόντα, τα αυτοκίνητα και γενικά ό, τι φτιάχνει ο άνθρωπος, στον καπιταλισμό που ζούμε, είναι εμπόρευμα. Έτσι δεν είναι; Δηλαδή το βλέπεις σαν εμπόρευμα, έχει τιμή, έχει και κέρδος. Ο Αθλητισμός, για παράδειγμα, έγινε εμπόρευμα, η μουσική το ίδιο. Ας μιλήσουμε για το ποδόσφαιρο: Όταν μπούνε μέσα στο ποδόσφαιρο οι όμιλοι, οι επιχειρηματίες και λοιποί, θέλουν – υποτίθεται – να ανεβάσουν το ποδόσφαιρο, το βασικό τους κίνητρο όμως είναι το κέρδος. Από κει και πέρα πρέπει να σκεφτούμε κατά πόσο αυτό είναι σωστό και που μπορεί να μας οδηγήσει. Υπ’ αυτή την έννοια λοιπόν, μοιραίως υπάρχουν οι εταιρείες, μοιραίως υπάρχουν οι σπόνσορες, μοιραίως υπάρχει ένα πλαίσιο, που ο νέος καλλιτέχνης δε μπορεί να αποφύγει. Τώρα βέβαια στην Ελλάδα, ζούμε την κατάργηση αυτού του πλαισίου, αφού οι δισκογραφικές έχουν καταρρεύσει. Ποιός θα επενδύσει σήμερα σε ένα νέο παιδί; Αφού δεν υπάρχει το cd, θα το κατεβάσει από το ιντερνετ ο ενδιαφερόμενος και η εταιρεία δεν πρόκειται να βγάλει λεφτά. Έτσι οι νέοι καλλιτέχνες ζούνε από τα λαιβ (lives) που κάνουν. Υπάρχουν – ας πούμε – και κάποιοι σπόνσορες, όπως το Voice. Αυτοί δε μπορούν να βοηθήσουν στην ουσία το νέο καλλιτέχνη. Είναι μια υποκουλτούρα. Χρηματοδοτούνται από την τηλεόραση και κάνουν κάποια πράγματα, αλλά εκεί δε μπορεί να παίξει ο ‘έντεχνος’, ο στόχος όλων εκεί είναι η ακροαματικότητα και  όχι να βοηθήσουν τα νέα παιδιά. Θέλουν να κάνουν νούμερα, μέσα από την εκμετάλλευση αυτών των παιδιών. Τα παιδιά δεν έχουν καμία επιλογή μετά από αυτό, είναι καμμένα. Οι μόνοι που βγήκαν απ’ αυτά τα παιχνίδια και έκαναν καριέρα ήταν από το «Να η Ευκαιρία», η Γλυκερία και ο Θέμης Αδαμαντίδης. Εγώ δεν θυμάμαι άλλους. Ξέρετε να μου πείτε εσείς κάποιους που στήσανε καριέρα; Οι περισσότεροι γίνονται γνωστοί σα μια φούσκα, μετά καίγονται. Δε λέω ότι δεν περνάνε αξιόλογες φωνές και ταλέντα από’ κει, όμως επενδύουν πάνω τους για ένα μικρό διάστημα και μετά τελειώσαμε. Η κόρη μου, για παράδειγμα, δε βγήκε από κανένα τέτοιο σόου. Φτιάξανε μια έξυπνη ομάδα με στιχουργό που ο στίχος του αγγίζει τα όρια της ποίησης, συνθέτη που γράφει πολύ καλή μουσική και μια τραγουδίστρια. Μετά δουλειά, πολλή δουλειά. Ξεκινήσανε με 100 άτομα, μετά έγιναν 200, μετά 300, σιγά-σιγά περισσότερα. Βγήκανε έξω από το σύστημα, γιατί απλούστατα το σύστημα δεν έχει την δύναμη, έχει καταρρεύσει! Η δισκογραφική έχει καταρρεύσει! Τώρα υπάρχει το ιντερνετ, εκεί πρέπει να γίνουν τεράστιες παρεμβάσεις. Κατεβάζεις όλα τα έργα τους τσάμπα, όλων των παιδιών. Το ακούς και αυτό ήταν, τελείωσε. Λοιπόν αυτό είναι ένα πρόβλημα που πρέπει να βρεθεί τρόπος να λυθεί, γιατί είναι πρόβλημα επιβίωσης για τους καλλιτέχνες.

Ερ. Τώρα μου δίνετε την ευκαιρία να σας ρωτήσω για την κόρη σας, τη Νατάσσα Μποφίλιου, όλοι την γνωρίζουμε κι ήθελα κι εγώ να σας ρωτήσω, πώς νιώθετε που από την οικογένεια σας έχει βγει ένα τόσο αγαπητό πρόσωπο, όπως η Νατάσσα Μποφίλιου;

Απ. Ναι, θα σας πω κάτι με ειλικρίνεια, για ένα πράγμα είμαι πολύ περήφανος, που είναι τόσο καταπληκτικό παιδί. Τώρα θα μου πεις, πατέρας είσαι, δε θα πεις για το παιδί σου; Η Νατάσσα δεν έχει χάσει το μυαλό της ούτε μισό γραμμάριο, έχει τόση σοβαρότητα, τόση υπευθυνότητα, είναι πολύ γειωμένη, πατάει γερά στη γη δηλαδή, δε χαμπαριάζει τίποτα, ούτε την παραμυθιάζει κανένας. Η Νατάσσα ήταν 5 χρόνων ίδια, επτά χρόνων ίδια, δεκαοκτώ χρόνων ίδια, τριάντα έξι χρόνων ίδια. Το πρώτο που θεωρώ σημαντικό είναι αυτό. Και νομίζω ότι αυτός είναι και ο λόγος που τα κατάφερε. Διότι, αν ο άνθρωπος δεν είναι έτσι, δε μπορεί να τα καταφέρει. Έχει στόχο, είναι προσηλωμένη και ξέρει τί θέλει.

Ερ. Στο θέμα του τραγουδιού, την παροτρύνατε εσείς να ασχοληθεί με τη μουσική; Κι αν σας αρέσει που ασχολείται με τη μουσική;

Απ. Θα σας πω τώρα κάτι. Μου λέει η μαμά της κάποια στιγμή «Βρε Νίκο, να της πάρουμε ένα πιάνο». Λέω «κάτσε ρε παιδί μου, να της πάρουμε ένα πιάνο, κάτσε να δούμε». Ήταν τριών-τεσσάρων χρονών, ίσα που τραγούδαγε κι έλεγε το  «ήταν ένας γάιδαρος με μεγάλα αυτιά». Ε, παίρνω την κιθάρα και ξεκινάω, βρίσκω τον τόνο της Ντο μινόρε και άρχισε: «Ήταν ένας γάιδαρος …»Μετά την πάω Ντο δίεση, μετά λίγο πιο πάνω. Ακολουθούσε το ακόρντο, ανέβαινε. Κάποια στιγμή φτάνει σ’ ένα σημείο κοντά στο Φα, και δεν μπορούσε να βγει. Μου λέει «Ζε πάει, ζε πάει». Μετά μου λέει «α πάει πάει» και κατεβαίνει μια οκτάβα κάτω. Με μπάσα φωνή μου τραγουδάει «Ήταν ένας γάιδαρος…». Κι έπιασε τον τόνο μια οκτάβα κάτω. Τεσσάρων χρονών. Ε, τώρα αυτό το πράμα πώς να το πω; Ότι της το σπούδασα, της το έμαθα εγώ…; Τρίχες κατσαρές. Έτσι γεννήθηκε. Γι αυτό θεωρώ ότι το ταλέντο δε σπουδάζεται. Η διαφορά είναι ότι, όταν ένας είναι ταλαντούχος, πρέπει να έχει πολλά πράγματα, για να μπορέσει να το αναδείξει. Και μυαλό καλό και σπουδή και πολλή δουλειά, όλα συνηγορούν.  Μόνο με το ταλέντο, χωρίς δουλειά, δε γίνεται. Όμως θα σας πω κάτι τώρα: Συζητάω μερικές φορές με ανθρώπους που έχουν σπουδάσει τη μουσική. Διαφωνώ κάθετα μαζί τους, όταν μου λένε ότι η ερμηνεία διδάσκεται. Μπορείς να διδάξεις άλλα πράγματα, αλλά να βγάλεις πόνο δε διδάσκεται. Ο πόνος για μένα δε μπορεί να είναι τεχνητός. Να σας πω για τον Τασσο Χαλκιά, είχε πάει στο εξωτερικό σε μια Συμφωνική Ορχήστρα και του λένε «παίξε μας κάτι κι εσύ». Και κατεβάζει ένα μοιρολόι ηπειρώτικο. Τον πλησιάζει ένας κορυφαίος μουσικός και του λέει, «πώς το έκανες αυτό»; Του λέει «τί να σου πω βρε παιδί μου, δεν ξέρω πώς το έκανα», «η ψυχή μου το έκανε, ξέρω ‘γω». Κατάλαβες; Γιατί αυτό που λες,  είτε με το χέρι, είτε με το στόμα, είτε με το λόγο πρέπει να είναι η ψυχή σου, να βγαίνει από τα νύχια σου και μετά από το στόμα σου.

Ερ. Αισθάνεστε υπερήφανος για την Νατάσσα;

Απ. Υπερήφανος είμαι, σου είπα το λόγο. Επειδή είναι ένας σπουδαίος άνθρωπος όπως και όλα τα παιδιά μου είναι σπουδαία. Είμαι περήφανος και για τα τρία μου παιδιά. Βέβαια εντάξει είναι και η αναγνωρισιμότητα, αν αυτό εννοείς. Γιατί εγώ έγινα ο μπαμπάς της Μποφίλιου. Ποιος με ήξερε; Ούτε η μάνα μου, εδώ που τα λέμε. Βέβαια είμαι πολύ περήφανος και για το είδος της μουσικής που διάλεξε και την ποιότητα που βγάζουν ως ομάδα. Κάνουν τέχνη και είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό. Η μουσική δεν είναι μια, υπάρχουν όχθες. Όπως ο δρόμος της αρετής και της κακίας, έτσι βλέπω εγώ τη μουσική. Γιατί σήμερα προσπαθούν να μας πουν, δεν πειράζει ρε φίλε και τί έγινε; Πάμε τώρα να ακούσουμε αυτό και μετά πάμε να ακούσουμε και το άλλο, πάμε και εκεί, πάμε και εδώ. Όχι δεν είναι μουσική αυτό. Τελείωσε. Είναι άλλο η ψυχαγωγία και άλλο το «άλλο». Είναι άλλο ο έρωτας και άλλο το σεξ.

Ερ. Έχετε συνεργαστεί ποτέ με τη Νατάσσα Μποφίλιου, κι αν όχι, θα συνεργαζόσασταν;

Απ. Μας έχει τιμήσει πολλές φορές με τη συμμετοχή της στο σχήμα. Εγώ μόνο μια φορά είχα βγει μαζί της, σε μια μεγάλη συναυλία που είχε κάνει στο θέατρο Πέτρας, στην Πετρούπολη. Εκεί είπαμε μαζί ένα τραγούδι.

Ερ. Θα γράφατε για την κόρη σας μουσική;

Απ. Πιθανώς, αν μπορούσα. Είναι κάτι το οποίο είναι έξω από μένα. Δεν μπορώ να γράψω ούτε νότα.

Ερ. Νομίζω ότι μας δώσατε να καταλάβουμε ακριβώς τι είναι «έντεχνη» μουσική. Να πάμε πάλι στη «Ρωμιοσύνη». Με τί κριτήριο διαλέγετε τη μουσική που παίζετε; Τι αντιπροσωπεύει για σας ο Μίκης Θεοδωράκης;

Απ. Κοίτα, το  κριτήριο, που διαλέγουμε τα κομμάτια στο σχήμα, είναι κυρίως η μελοποιημένη ποίηση. Όμως δεν είμαστε μόνο σε αυτό. Παίζουμε και Τσιτσάνη, Βαμβακάρη. Κάνουμε αφιερώματα σε σπουδαίους έλληνες συνθέτες. Τώρα για το Θεοδωράκη, για μένα είναι η κολώνα της ελληνικής μουσικής. Πάνω σε αυτόν πάτησαν όλοι οι υπόλοιποι. Υπάρχουν βέβαια και οι νέοι που συνεχίζουν. Όμως η γενιά αυτή του 30΄, λόγω του ότι πέρασε αυτή τη μεγάλη εποποιϊα της εθνικής αντίστασης – που δεν πρέπει να ξεχάσουμε ποτέ, γιατί δεν είναι τυχαίο – έδωσαν μια άλλη βαρύτητα σε ό,τι έγραφαν. Είχαμε τη μεγαλύτερη αντίσταση σ’ όλη την Ευρώπη, ένας μικρός λαός έδωσε ποτάμια αίματος. Ο Θεοδωράκης λοιπόν έχει γράψει και αντάρτικα τραγούδια. Έχει γράψει τον ύμνο του ΕΛΑΝ (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό), από ‘κει ξεκίνησε και βγήκε μπροστά. Έκανε το μεγάλο πείραμα με τον προοδευτικό στίχο, έφτιαξε το «Άξιον Εστί», έκανε μεγάλα μουσικά έργα. Τί να πούμε για τον Θεοδωράκη, αλλά και τον Χατζηδάκι επίσης. Διονυσιακός ο Θεοδωράκης, Απολλώνειος ο Χατζηδάκις. Κι ο Χατζηδάκις ήταν στην ΕΠΟΝ (Ενιαία Πανελλαδική Οργάνωση Νέων), από τις μεγαλύτερες νεολαιίστικες οργανώσεις της χώρας.

Ερ. Πώς προέκυψαν τα αντάρτικα;

Απ. Τα αντάρτικα υπήρχαν όπου υπήρξε αντίσταση κατά των Γερμανών. Ήταν τα τραγούδια που εμψύχωναν τους ανθρώπους. Στην «Ρωμιοσύνη» έχουμε κάνει πολύ μεγάλη δουλειά για τα αντάρτικα τραγούδια. Έχουμε καταγράψει γύρω στα εκατόν είκοσι (120) κομμάτια. Με κάποιο τρόπο, κάποια στιγμή θα τα κυκλοφορήσουμε σε ένα cd. Τα τραγούδια αυτά αναφέρονται σε πραγματικά γεγονότα, σε αγώνες, σε μάχες, σε καταστάσεις εκείνης της εποχής, που ζήσανε αυτοί οι άνθρωποι και με αυτά κρατήθηκαν, με αυτά εμψυχωνόντουσαν. Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου ήταν ένα από τα μεγαλύτερα αντιστασιακά έργα σ’ όλη την Ευρώπη. Γίνεται αναφορά για το γεγονός αυτό στο τραγούδι, «Βροντάει ο Όλυμπος, αστράφτει η Γκιόνα». Πολλά απ’ αυτά τα τραγούδια, έγραψε ο Αλέκος Ξένος, ο οποίος ήταν πολύ Μεγάλος συμφωνικός συνθέτης. Το 1943 πρωτοστάτησε στην απεργία της κρατικής ορχήστρας, προκειμένου να μην πραγματοποιηθεί η συναυλία, γιορτή του Γ Ράιχ, που ετοίμαζαν οι Γερμανοί. Έτσι έφυγε στο βουνό και συναντήθηκε με τον Άρη, που τον συμβούλεψε να μελετήσει το κλέφτικο τραγούδι και να συνθέσει τα τραγούδια του αγώνα.

Ερ. Τί θα αλλάζατε στη σημερινή κατάσταση όσον αφορά τη μουσική;

Απ. Κατά βάση πρέπει να αλλάξει το κοινωνικό σύστημα. Όλο αυτό που υπάρχει στο μουσικό στερέωμα εμποδίζει τη μουσική. Το σύστημα εμποδίζει την καλή μουσική να φτάσει στα σπίτια των ανθρώπων. Να σου πω ένα παράδειγμα, αν ανοίξουμε τώρα την τηλεόραση; Τί θα ακούσουμε; Σκουπίδια, σπάνια θα ακούσεις καλή ελληνική μουσική. Προωθούν αυτά που θέλουν, αυτά που τους συμφέρουν. Εγώ βέβαια θνητός είμαι, δεν είμαι Θεός, αλλά, αφού με ρωτάτε, θα σας πω: Αν υπήρχε τρόπος, θα απαγόρευα να ακουγόταν αυτή η μουσική που ακούγεται τώρα παντού. Θα έκανα τη μουσική το πιο βασικό μάθημα στα σχολεία, όπως ήταν στην αρχαία Ελλάδα. Επειδή όμως δεν μπορώ να το κάνω, είναι στο χέρι μας να γίνουμε όλοι μια αγκαλιά και να διεκδικήσουμε αυτά που πρέπει. Να μη γινόμαστε ζώα που θα τρώμε ότι μας πετάνε.

Ερ. Υπάρχει κάποια ιστορία στην καλλιτεχνική σας ζωή, που θα θέλατε να μας πείτε; Κάτι που σας πλήγωσε;

Απ. Για τη μουσική; Δεν έχω. Για μένα η μουσική, επειδή δεν εκτέθηκα και δεν βγήκα παραέξω, δε μου δημιούργησε προβλήματα. Για μένα η μουσική ήταν η ζωή μου, έκανα το κέφι μου. Ακόμα και επαγγελματικά κάποια περίοδο που ασχολήθηκα με τη μουσική, στο δικό μας μαγαζί  τη «Συντροφιά» (μουσική ταβέρνα), πάλι το κέφι μου έκανα. Δεν πήγα ποτέ για μεροκάματο. Τραγουδούσα με την ψυχή μου και επαγγελματικά, δηλαδή, πάλι με την ψυχή μου τραγουδούσα. Αρνητικά βιώματα και πικρίες δεν έχω να θυμάμαι ότι, δηλαδή, κάποιος μου στέρησε το δρόμο και λοιπά. Αυτό που ήθελα να κάνω το έκανα. Για τη μουσική, μόνο καλά πράγματα μου έρχονται στο μυαλό.

Ερ. Αν καταστρεφόταν ο κόσμος και στέλνατε στο διάστημα ένα κομμάτι, για να σωθεί, ποιό θα ήταν αυτό;

Απ. Θα έστελνα από το «Άξιον Εστί», το «Ένα το χελιδόνι». Γιατί αυτό είναι το μήνυμα που πρέπει να περάσουμε στο σύμπαν. «Ένα το χελιδόνι κι η άνοιξη ακριβή, για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή».

Ερ. Κύριε Νίκο σας ευχαριστούμε που ήσασταν μαζί μας. Η συνομιλία μας ήταν άκρως διαφωτιστική και ενδιαφέρουσα.

Απ. Εγώ σας ευχαριστώ πάρα πολύ. Πέρασα πολύ όμορφα και το χάρηκα ειλικρινά!

Ερ. Κι εμείς περάσαμε υπέροχα.

Νίκος: Και πραγματικά νομίζω ότι αυτό είναι το κοινό μου. Εδώ πέρα: Πέντε – έξι άνθρωποι και τελειώσαμε!

 

 

Σύνταξη – Επιμέλεια: Πολυξένη Γκιούρη

15/07/2019