της Ειρήνης Γεωργοπούλου

2/4/2019

«Αρχή όλων των πραγμάτων είναι το νερό».

(Θαλῆς)

«Αρχή και το στοιχείο όλων των όντων είναι το ἄπειρον».

(Ἀναξίμανδρος)

«Όπως η ψυχή μας, όντας αέρας, μας συγκρατεί, έτσι και το πνεῦμα και ο αέρας περιέχουν ολόκληρο τον κόσμο».

(Ἀναξιμένης)

«Όλα είναι ανταλλαγές του πυρός και το πῦρ (ανταλλαγή) των πάντων».

(Ἡράκλειτος)

Τα λόγια αυτά αποτυπώνουν το στοχασμό και τις προσπάθειες των Προσωκρατικών φιλοσόφων να βρουν την αλήθεια και να αποκτήσουν τη γνώση για την αρχή ή την ουσία του κόσμου. Η προσωκρατική φιλοσοφία είναι το πρώτο στάδιο στην εξέλιξη της ελληνικής φιλοσοφίας. Ονομάζεται έτσι, επειδή οι πρώτοι φιλόσοφοι έζησαν και έδρασαν πριν από το Σωκράτη (469-399 π.Χ.), (αν και μερικοί από αυτούς ήταν σύγχρονοί του). Φιλοσοφία σημαίνει «η αγάπη της σοφίας» (φίλος + σοφία). η σοφία οδηγούσε στην ενάρετη ζωή και στην ευδαιμονία, η οποία αποτελούσε για πολλούς Έλληνες φιλοσόφους το υπέρτατο αγαθό για τον άνθρωπο. Η φιλοσοφία κάλυπτε ένα ευρύτερο φάσμα ερευνητικών πεδίων απ’ ότι σήμερα. Οι περισσότεροι επιστημονικοί κλάδοι, με την εξαίρεση της ιατρικής, ήταν συνδεδεμένοι με τη φιλοσοφία ή αποτελούσαν μέρος της. Οι αρχαίοι Έλληνες δεν αντιλαμβάνονταν την επιστήμη με τη σύγχρονη έννοια του όρου, ως μέσο υλικής προόδου και ευημερίας, αλλά ως κύριο λόγο για τη μελέτη της φύσης θεωρούσαν κυριολεκτικά τη «φιλοσοφία».

Ο πρώτος ελληνικός φιλοσοφικός στοχασμός αναπτύχθηκε στην περιφέρεια του ελλαδικού χώρου, στις ελληνικές αποικίες της Ιωνίας στη Μικρά Ασία (στη Μίλητο αρχικά, στην Έφεσο και την Κολοφώνα στη συνέχεια), τον 6ο αι. π.Χ. Πατρίδα της ελληνικής φιλοσοφίας υπήρξε και η Κάτω Ιταλία, ακμαίο αποικιακό κέντρο της ελληνικής διασποράς στη Δύση. Από τα μέσα του 5ου αι. π.Χ. κ.έ., η Αθήνα έγινε ο κατεξοχήν σχεδόν τόπος καλλιέργειας της φιλοσοφίας. Η εξέλιξη που οδήγησε στη γένεση της ελληνικής φιλοσοφίας έχει χαρακτηριστεί ως μετάβαση «από τον μύθο στον λόγο». Αυτό σημαίνει ότι στη θέση παραδεδομένων μύθων που εξηγούσαν τη δημιουργία του κόσμου και τα φυσικά φαινόμενα εμφανίζονται θεωρίες και ερμηνείες, διατυπωμένες από στοχαστές, με επιχειρήματα που χαρακτηρίζονται από λογική συνοχή και συνέπεια. Το περιεχόμενο των μύθων προερχόταν από τη συλλογική γνώση της ελληνικής αρχαϊκής κοινωνίας και αφορούσε το σύνολο των γνώσεων της εποχής εκείνης για τον κόσμο, τους θεούς, τη ζωή των ανθρώπων, το παρελθόν των λαών. Οι μυθικές διηγήσεις περιείχαν στοιχεία θρησκευτικά, ηθικής και κοσμοθεωρίας, αλλά και πρακτικές γνώσεις (ναυσιπλοΐας, γεωγραφίας, γεωργίας, όπως π.χ. στα έργα του Ομήρου και του Ησίοδου), και έδιναν απαντήσεις στα θεμελιώδη ερωτήματα του ανθρώπου και στους προβληματισμούς της εποχής. Πώς πρέπει να συμπεριφέρονται οι άνθρωποι απέναντι στους θεούς και τους συνανθρώπους τους, ώστε να διάγουν έναν ενάρετο βίο, πώς να στέκονται απέναντι στα σημαντικά γεγονότα της ζωής, όπως η γέννηση και ο θάνατος, αλλά και πώς να προσδιορίζουν τη θέση τους μέσα στον κόσμο και τη φύση. Ο μύθος, όμως, δεν εκφράζει ένα προ-λογικό στάδιο στην ερμηνεία του κόσμου. Έρευνες έχουν αποδείξει ότι στον μύθο ενυπάρχουν λογικά και εν σπέρματι φιλοσοφικά και επιστημονικά στοιχεία. Ο κόσμος του μύθου σταδιακά εισέρχεται σε περίοδο κρίσης, και αρχίζει να χάνει το ρόλο της αυθεντίας που εγγυόταν την ορθότητα της όποιας ερμηνείας, όταν αδυνατεί να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις και να αποτελέσει το κανονιστικό πρότυπο της ζωής των ανθρώπων στις πιο σύνθετες, κοινωνικά και πολιτικά, ελληνικές πόλεις του 6ου και 5ου αι. π.Χ. Αυτό, ωστόσο, δεν συνεπάγεται ότι ο μύθος έπαψε ποτέ να επηρεάζει τη συλλογική συνείδηση των Ελλήνων και να απουσιάζει από τη φιλοσοφική σκέψη (όπως π.χ. οι μύθοι στον Πλάτωνα).

Η γένεση της φιλοσοφίας δεν αποτελεί μία αιφνίδια έξαρση του ανθρώπινου στοχασμού, αλλά υπήρξε αποτέλεσμα πολλαπλών διεργασιών σε βάθος χρόνου, τόσο στο πνευματικό και πολιτισμικό πεδίο όσο και στον οικονομικό, κοινωνικό, θρησκευτικό, πολιτικό και πολιτειακό τομέα. Διεργασίες που συντελέστηκαν στον ελλαδικό χώρο από τον 8ο αι. π.Χ και ύστερα. Η συγκρότηση της πολιτικής κοινωνίας, στα τέλη του 8ου αι. π.Χ., συνδέεται με την πτώση της βασιλείας και τη σταδιακή άνοδο των ευγενών. Οι ευγενείς (ευ + γένος) αντλούν τη δύναμή τους από την καταγωγή, που την ανάγουν σε θεούς ή ήρωες και από την κατοχή γης. Από το δικαίωμα που απορρέει από τη θέση τους, ως αρχηγών των γενών, διαχειρίζονται τη γνώση, ανάμεικτη με το θρησκευτικό μύθο, κατά τρόπο απόλυτα αυθεντικό. Ως εκφραστές της απόλυτης αλήθειας απαιτούν από τους υπηκόους τους τυφλή και άκριτη αποδοχή. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον δογματισμού και παγιωμένων κοινωνικών καταστάσεων ήταν αδύνατο να απελευθερωθεί η σκέψη. Στον οικονομικό τομέα συντελούνται αλλαγές. Η καλλιεργήσιμη γη δεν ανήκει πλέον αποκλειστικά στην αριστοκρατία αλλά οι ιδιοκτήτες της αυξάνονται, και ειδικότερα στις αποικίες με την εξαρχής ίση διανομή γης μεταξύ των αποίκων. Επιπλέον, η σταδιακή ανάπτυξη του εμπορίου και της ναυσιπλοΐας φέρνουν στο προσκήνιο νέες κοινωνικές ομάδες και μία νέα οικονομική τάξη, των βιοτεχνών, των ναυτικών και των εμπόρων, που η δύναμή τους βασιζόταν στη νομισματική οικονομία. Οι κοινωνικές αυτές ομάδες αξίωσαν τη συμμετοχή τους στην άσκηση της εξουσίας και την απόκτηση πολιτικών δικαιωμάτων πλάι στην παλιά αριστοκρατία, όχι χωρίς συγκρούσεις, ενώ παράλληλα άρχισαν να ενδιαφέρονται για έναν ορθολογικότερο τρόπο οργάνωσης του βίου τους, ώστε να τον οδηγήσουν σε προοδευτικότερες και δημοκρατικότερες εκφάνσεις. Η επαφή των αποίκων με τους άλλους λαούς, γειτονικούς ή μη, είτε μέσω των θαλάσσιων δρόμων, οδήγησε σε μία γόνιμη αλληλεπίδραση και διαλεκτική, η οποία συνέβαλε στον απεγκλωβισμό της σκέψης από παγιωμένα κοινωνικά και πνευματικά σχήματα και στη σύλληψη μιας νέας εικόνας του κόσμου. Η κωδικοποίηση του άγραφου εθιμικού δικαίου και η χρήση της γραφής με την αμφισβήτηση που αυτή επέτρεψε βοήθησαν, επιπλέον, στο πέρασμα από την κλειστή κοινωνία των προνομίων καταγωγής σε μία πιο ανοικτή κοινωνία με πολίτες και όχι υπηκόους, που είχαν ελευθερία στη σκέψη και ανοικτό πνευματικό ορίζοντα.

Σε μια αγροτική οικονομία η φύση και η θεότητα δεν συνιστούσαν αντικείμενο στοχασμού. Με την δημιουργία των πόλεων, όμως, ο άνθρωπος αποκόπτεται από την ύπαιθρο, το φυσικό του περιβάλλον και ζει σε ένα τεχνητό περιβάλλον, κατασκευασμένο από τον ίδιο. Επομένως, αντιλαμβάνεται πλέον τη φύση ως κάτι «ξένο», και τον εαυτό του έξω από αυτήν, και τηρεί απέναντί της μία στάση παρατηρητή και ερευνητή. Αναζητά τις δυνάμεις που την απαρτίζουν και επιδιώκει να βρει και να εξηγήσει λογικά την πρωταρχική αιτία, ουσία ή αρχή του κόσμου αλλά και τη δομή ή μορφή του κόσμου. Και αυτό ακριβώς έκαναν οι Ίωνες φιλόσοφοι (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης, Ηράκλειτος, κ.ά) τον 6ο αι. π.Χ. Προσπάθησαν να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν τον κόσμο και τη φύση λογικά, χωρίς αναφορές στον μύθο, τη θρησκεία, την αυθεντία ή την παράδοση. Οι εξηγήσεις τους για τον κόσμο στηρίχθηκαν στην παρατήρηση και σε λογικές μεθόδους, όπως η αναγωγή, η επαγωγή και η αναλογία. Δέχτηκαν την ύπαρξη επιπέδων πραγματικότητας, και αναζήτησαν μία πραγματικότητα που δεν είναι άμεσα προσιτή στην εμπειρία και η οποία αποτελεί το αληθινό υπόστρωμα ή την κύρια αιτία ύπαρξης του κόσμου. Πέρα από το ενδιαφέρον τους για τον φυσικό κόσμο (εξαιτίας του οποίου ονομάστηκαν φυσικοί ή φυσιολόγοι, δηλαδή φυσικοί φιλόσοφοι) ασχολήθηκαν, επίσης, με τα προβλήματα της γνώσης, της κοινωνίας, της ηθικής και της πολιτικής. Άσκησαν κριτική στην παραδοσιακή εικόνα του θείου που πρόβαλλε από την ποιητική παράδοση. Ο Ξενοφάνης (570-546/5 π.Χ.) μίλησε για έναν και μοναδικό θεό, ανόμοιο με τους ανθρώπους στο σώμα και στο πνεύμα, ακίνητο, που κινεί τα πάντα με το νου του. Ενδιαφέρθηκαν, επίσης, για τον άνθρωπο και μίλησαν για την αξία των ηθικών αρετών. Οι έννοιες της αρετής, της φρόνησης, της σοφίας, της δικαιοσύνης και του νόμου τους απασχόλησαν ιδιαίτερα. Η φιλοσοφία τους, όμως,  θεωρείται κοσμοκεντρική και μόνο με τον Σωκράτη, τους Σοφιστές και τους μετέπειτα φιλοσόφους γίνεται ανθρωποκεντρική.

Βιβλιογραφία

Καλογεράκος, Ι., «Οι Απαρχές της Φιλοσοφίας», στο Σ. Βιρβιδάκης – Η. Γιαννάκης – Π. Δήμας κ.ά., Ελληνική φιλοσοφία και επιστήμη: από την αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, τ. Α΄: Η ελληνική φιλοσοφία από την αρχαιότητα έως τον 20ο αιώνα, Ε.Α.Π.,Πάτρα 2000, σσ. 35-54.

Mosse, C. – Schnapp – Courbeillon, A., ΕπίτομηΙστορία της Αρχαίας Ελλάδας (2000-31 π.Χ.), μτφρ. Λύντια Στεφάνου, Δ. Ν. Παπαδήμα, 13Αθήνα 2012.

Vegetti, M., Ιστορία της αρχαίας φιλοσοφίας, μτφρ. – επιστ. επιμ. Γ. Α. Δημητρακόπουλος, Π. Τραυλός,Αθήνα 2000.

Πηγή προέλευσης της εικόνας

https://www.eduportal.gr/filosofia

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.