Κυριακή βράδυ ανηφορίσαμε στην θρυλική μπουάτ Απανεμιά της Πλάκας. Της μαγικής αυτής γειτονιάς, που μόλις πατήσεις το πόδι σου, βρίσκεσαι ατμοσφαιρικά αλλά και ψυχικά στα στενά σοκάκια ενός αιγαιοπελαγίτικου νησιού. Αφού έχεις χάσει το χώρο, από την διαδρομή σου στα δαιδαλώδη στενά, χάνεις και το χρόνο, μόλις διασχίσεις το κατώφλι της Απανεμιάς.
Στο πρόγραμμα της Κυριακής Ο ΕΡΜΗΝΕΥΤΗΣ Γιώργος Μεράντζας και μαζί του ΟΙ ΜΟΥΣΙΚΟΙ: Μανώλης Πάππος, Dasho Kourti, Δημήτρης Σίντος. Τα κεφαλαία γράμματα δεν είναι τυχαία.

Τα άλλα δυστυχώς δεν μπορώ να τα περιγράψω. Δεν έχω την ικανότητα να βρω λέξεις που να αρμόζουν στο συναίσθημα που νιώσαμε. Έχω απλά την τιμή και την χαρά να σας το προτείνω.
Ανακάλυψα όμως στο διαδίκτυο μια δημοσίευση για τον Μεράντζα την οποία, αν και παλιά 10 χρόνια πριν, την βρήκα εξαιρετικά αντιπροσωπευτική μετά από αυτό που είδα και άκουσα.
Η πηγή είναι από tettix.wordpress.com στις 9-Οκτ-2009.
Λέει λοιπόν: «Ζούμε την εποχή, που πρέπει δυστυχώς να ξανασυστήσουμε σε πολλούς τον τραγουδιστή Γιώργο Μεράντζα. Κατά τη γνώμη μας, πρόκειται για έναν από τους σπουδαιότερους Έλληνες τραγουδιστές, που εμφανίστηκε στο τραγούδι από την μεταπολίτευση και ύστερα, ο οποίος αποσύρθηκε από την δισκογραφία και τις συναυλίες στη δεκαετία του ’80. Στο αποκορύφωμα «της καριέρας» του δηλαδή, όπως είθισται να ονομάζεται η καλλιτεχνική πορεία κάθε τραγουδιστή, στη γλώσσα της σύγχρονης πολιτιστικής μας παρακμής. […] Ο Μεράντζας είναι ένας πολύ μεγάλος τραγουδιστής. Πολλές κλάσεις ανώτερος από πολλούς «μεγαλοτραγουδιστάδες» όπως τους λέει χαρακτηριστικά ο Ρασούλης, οι οποίοι κυριαρχούν τα τελευταία χρόνια στο μουσικό στερέωμα ελέω κυρίως Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας. Και φυσικά δεν εννοούμε τους τραγουδιστές του λεγόμενου εμπορικού τραγουδιού. Αναφερόμαστε σ’ αυτούς του λεγόμενου «ποιοτικού»! Διαθέτει μια χαρισματική φωνή ίσαμε 20 «νταλάρες»… Στιβαρή. Με μεγάλη έκταση, βάθος, ένταση και διάρκεια. Μια φωνή πέτρινη. Βγαλμένη θαρρείς απ’ το σκληρό ηπειρωτικό τοπίο. Μια φωνή που είναι ικανή να συγκλονίζει τον ακροατή. Όμως, στον Μεράντζα δεν θα διακρίνει κανείς μόνο το πρωτογενές αυτό χάρισμα. Η ερμηνεία του είναι αυτή που σφραγίζει την φυσική ικανότητά του. Το πάθος, η αφοσίωση, η πειθαρχία, η προσήλωσή του στο εξαίρετο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, είναι από τα χαρακτηριστικά της. Ο Μεράντζας είναι ένας μάστορας του είδους, σαν τους φημισμένους συμπατριώτες του, πετρομάστορες της Ηπείρου. Και η έννοια μάστορας έχει φυσικά τη αξία του νοήματος της λέξης.
Τα δυό αυτά στοιχεία -φυσικό και επίκτητο- συμπληρώνει καταλυτικά το ήθος του που διαφαίνεται στη συμπεριφορά του πάνω στη σκηνή. Αν ήθος κατά την αρχαία ελληνική γλώσσα είναι το μονοπάτι που χαράζει η πορεία του ανθρώπου στο έδαφος, τότε η γενναία απόφασή του να εγκαταλείψει τον ματαιόδοξο κόσμο της λεγόμενης «show biss» του προσέδωσε σπάνιο ήθος, που αποτυπώνεται στο πρόσωπό του όταν τραγουδάει. Δεν έχει κανένα άγχος επιβεβαίωσης. Καμία αγωνία επιτυχίας. Τραγουδάει απλά, φυσικά, αβίαστα. Βιώνει τα τραγούδια που ερμηνεύει με τη μέγιστη συγκίνηση κι αυτή την συγκίνηση την εκπέμπει ασύστολα στο ακροατήριό του. Και το καθηλώνει. Κι αυτό τον κάνει κορυφαίο.
Είχε πει κάποτε, με τον χαρακτηριστικό του τρόπο, ο στιχουργός Λευτέρης Παπαδόπουλος ζώντος ακόμα του Στέλιου Καζαντζίδη πως «ακόμα και σήμερα ο Στέλιος αρκεί κα κάνει μόνο ένα «α» και να εξαφανιστούν από το προσκήνιο όλα εκείνα τα ποντίκια που ροκανίζουν το χώρο του τραγουδιού». Τηρουμένων των αναλογιών -και χωρίς να επιδιώκω να διαπράξω καμιά ιεροσυλία για το κορυφαίο επίπεδο της φωνής και της ερμηνείας του Καζαντζίδη- και προσαρμόζοντας τη γνώμη του Λευτέρη Παπαδόπουλου στα σημερινά δεδομένα, θα τολμούσα να το πω το ίδιο για την φωνή του Μεράντζα. Πράγματι σήμερα ο Μεράντζας αρκεί να κάνει ένα «α» και να εξαφανιστούν τα πάσης ..ικανότητας, τραγουδιστικά τρωκτικά, έντεχνα και λοιπά. Βέβαια αυτό θα απαιτούσε μια άλλη πραγματικότητα.
Αν υπήρχε επίγεια δικαιοσύνη και δη καλλιτεχνική, ο Μεράντζας θα έπρεπε να είχε δισκογραφήσει πολλά από τα μεγάλα έργα της σύγχρονης δισκογραφίας που γράφτηκαν μετά τη Μεταπολίτευση και τα οποία τραγούδησαν μετριότατα άλλοι τραγουδιστές της γενιάς του. Ας είναι όμως αφού, αρκέστηκε να τραγουδήσει μερικά από τα κορυφαία έργα της εποχής τα οποία σφράγισε ερμηνευτικά. «Φουέντε Οβεχούνα», «Τροπάρια για φονιάδες» (με τους αξεπέραστους στίχους του Μάνου Ελευθερίου), «Ο Γέρος της Αλεξάνδρειας» (σε ποίηση του Κωνσταντίνου Καβάφη και σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου) είναι κάποια από αυτά. Συμμετείχε επίσης στο δίσκο «Παραστάσεις» του Χρήστου Λεοντή. Σήμερα αρκείται σε κάποιες εμφανίσεις «όπου τον καλούν οι φίλοι του» όπως χαρακτηριστικά αναφέρει.»

Γκιούρη Πολυξένη
18-02-2019

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.